retr:@minu.ed.gr. 2000? [obsolete] contains 2 images. Poor presentation of tables. Links edited by Sarri.
The rest of the book: pdf ed.1948 (is a better scan than 2nd ed.1967)

τίτλος βιβλίου

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ [available .htm: chapeters A-H]

συγγραφέας:

ΑΧΙΛΛΕΥΣ Α. ΤΖΑΡΤΖΑΝΟΣ

1 ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ ΦΘΟΓΓΟΛΟΓΙΚΟΝ
2 ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΤΥΠΟΛΟΓΙΚΟΝ
3 ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟΝ
  • ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ I΄
4 ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΑΝΩΜΑΛΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ
  • Υποκεφάλαιο:1

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ ΦΘΟΓΓΟΛΟΓΙΚΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄


ΦΘΟΓΓΟΙ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

§ 1 . Τὰ γράμματα τῆς ἀρχαίας ῾Ελληνικῆς γλώσσης εἶναι 24, τὰ ἴδια μὲ τὰ 24 γράμματα τῆς νέας ῾Ελληνικῆς. Ἀλλὰ ὑπὸ τῶν ἀρχαίων ῾Ελλήνων δὲν ἐπροφέροντο πάντα τὰ γράμματα ταῦτα ἀκριβῶς ὅπως τὰ προφέρομεν ἡμεῖς οἱ νέοι Ἕλληνες. Διὰ τοῦτο πολλάκις ὁ ἴδιος φθόγγος τῆς νέας γλώσσης (π. χ. ὁ φθόγγος ι ) φαίνεται παριστανόμενος εἰς διαφόρους λέξεις ἢ εἰς διαφόρους συλλαβὰς τῆς ἰδίας λέξεως μὲ διάφορα γράμματα (π. χ. καὶ μὲ τὸ η ἢ τὸ υ ): ῥίς, μῦς, μυστήριον.

Σημείωσις . Τὸ ἀρχαιότατον ῾Ελληνικὸν άλφάβητον περιελάμβανεν ἓν ἀκόμη γράμμα, τὸ F, τὸ ὁποῖον διὰ μὲν τὸ σχῆμά του λέγεται δίγαμμα , διὰ δὲ τὴν προφοράν του βαῦ . ᾽Επροφέρετο περίπου, ὅπως προφέρεται νῦν τὸ β ἢ ὅπως τὸ υ εἰς λέξεις, ὁποία π.χ. ἡ λέξις αὔριον.

Εἰς δὲ τὴν ἀρχαιοτάτην ῾Ελληνικὴν γλῶσσαν, ὅπως θὰ ἴδωμεν εἰς τὰ ἑπόμενα, ὑπῆρχε καὶ εἷς ἰδιαίτερος φθόγγος, τὸ j (γιώτ), τοῦ ὁποίου ὅμως δέν παρεδόθη γράμμα (ἤτοι γραπτὸν σημεῖον).

᾽Επροφέρετο δὲ τὸ j , ὅπως προφέρεται τώρα τὸ γι εἰς τὴν λέξιν π.χ. Πανάγιω (Πανάγ-ω) ἢ ὅπως τὸ ἁπλοῦν ι εἰς τὰς λέξεις π.χ. παιδιά , καθάριος .

α΄) Φωνήεντα

§ 2. Ἀπὸ τὰ ἑπτὰ φωνήεντα α, ε, η, ι, ο, υ, ω :

α) τὸ ε καὶ τὸ ο λέγονται βραχέα (ἤτοι σύντομα εἰς τὴν προφοράν)˙

β) τὸ η καὶ τὸ ω λέγονται μακρὰ (ἤτοι παρατεταμένα εἰς τὴν προφοράν), διότι ἀρχῆθεν τὸ μὲν η ἐπροφέρετο ὑπὸ τῶν παλαιῶν ὡςπαρατεταμένον ε (ἤτοι περίπου ὡς εε),·τὸ δὲ ω ὡς παρατεταμένον ο (ἤτοι περίπου ὡς οο)˙

γ) τὸ α, ι, υ λέγονται δίχρονα , διότι ταῦτα ἀρχῆθεν εἰς ἄλλας μὲν συλλαβὰς ἑπροφέροντο βραχέα, εἰς ἄλλας δὲ μακρά.

Σημείωσις . ῞Ινα δηλωθῇ, ὅτι τὸ δίχρονον φωνῆεν μιᾶς συλλαβῆς εἶναι βραχύ, γράφεται ὑπεράνω αὐτοῦ τὸ σημεῖον ˘, ἵνα δὲ δηλωθῇ, ὅτι εἶναι μακρόν, γράφεται ὑπεράνω αὐτοῦ τὸ σημεῖον - , ὡς π.χ. κτῆμᾰ, κτῆσῐς, πῆχῠς - ὥρᾱ, τῑμή, θῡμός.

β΄) Σύμφωνα

§ 3. Ἀπὸ τὰ 17 σύμφωνα :

1) ἐννέα, ἤτοι τὰ σύμφωνα κ, γ, χ - π, β, φ - τ, δ, θ, λέγονται ἄφωνα·

2) πέντε, ἤτοι τὰ σύμφωνα μ, ν - λ, ρ - σ (ς), λέγονται ἡμιφωνα καὶ

3) τρία, ἤτοι τὰ σύμφωνα ζ, ξ, ψ, λέγονται διπλᾶ .

Σημείωσις . Εἰς τὰ ημίφωνα συγκαταλέγονται προσέτι τὸ δίγαμμα (F) καὶ τὸ γιωτ (j) (βλ. § 1, Σημ.).

§ 4. Τὰ ἄφωνα διαιροῦνται :

1) κατὰ τὸ φωνητικὸν ὄργανον, μὲ τὸ ὁποῖον κυρίως προφέρονται, εἰς τὰ οὐρανικὰ κ, γ, χ, εἰς τὰ χειλικὰ π, β, φ καὶ εἰς τὰ ὀδοντικὰ τ, δ, θ·

2) κατὰ τὸ ποιὸν τῆς πνοῆς, ἡ ὁποία τὰ συνοδεύει κατὰ τὴν προφοράν των, εἰς τὰ ψιλὰ (ἤτοι λεπτὰ) κ, π, τ, εἰς τὰ μέσα γ β δ καὶ εἰς τὰ δασέα (ἤτοι παχέα) χ, φ, θ.

§ 5. Τὰ ἡμίφωνα διαιροῦνται εἰς τὰ ἔνρινα μ, ν, εἰς τὰ ὑγρὰ λ, ρ, καὶ εἰς τὸ συριστικὸν σ (ς).

Σημείωσις 1. ῎Ενρινον εἶναι καὶ τὸ γ, ὅταν εὑρίσκεται πρὸ τῶν οὐρανικῶν κ, γ, χ, ἢ πρὸ τοῦ ξ : ἂγκυρα, ἀγγεῖον, ἄγχω, ἄγξω .

Σημείωσις 2. Τὰ σύμφωνα ζ, ξ, ψ λέγονται διπλᾶ , διότι πλειστάκις προέρχονται ἀπὸ ἕνωσιν δύο συμφώνων, ἤτοι τὸ μέν ξ ἀπὸ τὸ κ + σ ἢ γ + σ ἢ χ + σ, τὸ δὲ ψ ἀπὸ τὸ π + σ ἢ β + σ ἢ φ + σ καὶ τὸ ζ ἀπὸ τὸ σ + δ ἢ ἀπὸ σύμπλεγμα ἄλλων συμφώνων : κόραξ (κόρακς), Ἄραψ (Ἄραβς), Θήβαζε (Θήβασδε), ζάπλουτος (διάπλουτος).

Πίναξ τῶν συμφώνων


γ΄) Δίφθογγοι

§ 6. Αἱ δίφθογγοι τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἶναι ἕνδεκα, αἱ ἑξῆς : αι, ει, οι, υι, αυ, ευ, ηυ, ου, ᾳ ῃ ῳ . ᾽Εκ τούτων αἱ ὀκτὼ αι, οι, οι, υι, αυ, ευ, ηυ, ου λέγονται κύριαι , αἱ δὲ λοιπαὶ τρεῖς ᾳ, ῃ, ῳ λέγονται καταχρηστικαί .

Σημείωσις 1. ῾Ημεῖς τὴν δίφθογγον αι τὴν προφέρομεν ὅπως τὸ ε , τὰς δὲ διφθόγγους ει, οι, υι καὶ ὅπως τὸ ι, τὴν δίφθογγον ὅπως καὶ τὸ ἁπλοῦν α καὶ τὴν δίφθογγον ὅπως καὶ τὸ ἁπλοῦν ω , τὰς δὲ διφθόγγους αυ, ευ, ηυ τὰς προφέρομεν πρὸ φωνήεντος μὲν καὶ πρὸ τῶν συμφώνων β, γ, δ, ζ, λ, μ, ν καὶ ρ ὡς αβ, εβ, ηβ, εἰς πᾶσαν δὲ ἄλλην περίπτωσιν ὡς αφ, εφ, ηφ. Ἀρχῆθεν ὅμως ὑπὸ τῶν παλαιῶν ἑκάστη δίφθογγος ἐπροφέρετο οὕτως, ὥστε διεκρίνοντο κατὰ τὴν προφορὰν οἱ δύο φθόγγοι, ἤτοι τὰ δύο φωνήεντα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα αὔτη ἀποτελεῖται (πρβλ. νῦν : Νεράϊδα, αὐγολέϊμονο, ρόϊδο ).

Σημείωσις 2. Τὸ ι , τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὰς καταχρηστικὰς διφθόγγους ὑπὸ τὸ α, η, ω, λέγεται ὑπογεγραμμένον ἰῶτα . Τοῦτο ὅμως, ὅταν αἱ δίφθογγοι αὗται γράφωνται διὰ κεφαλαίων γραμμάτων, γράφεται κανονικῶς οὐχὶ ὑποκάτω τῶν κεφαλαίων φωνηέντων Α, Η, Ω, ἀλλὰ πρὸς τὰ δεξιὰ αὐτῶν (Αι, Ηι, Ωι) καὶ τότε λέγεται προσγεγραμμένον ἰῶτα : ἍιΔΗΣ (πρόφ. ᾅδης), ΤΗι ΘΕΩι (πρόφ, τῇ θεῷ).

§ 7. Αἱ δίφθογγοι γενικῶς εἶναι μακραί. Μόνον ἡ αι καὶ ἡ οι λαμβάνονται ὡς βραχεῖαι, ὅταν εὑρίσκωνται ἐντελῶς εἰς τὸ τέλος λέξεως κλιτῆς, ἐκτὸς ῥήματος εὐκτικῆς ἐγκλίσεως : μοῦσαι, πῶλοι, βούλομαι, παιδεῦσαι-μούσαις, πώλοις, παιδεύσαι ἄν, οἴκοι.

δ΄) Συλλαβαί, συλλαβισμὸς

§ 8. Συλλαβὴ λέγεται τεμάχιον λέξεως ἀποτελούμενον ἀπὸ ἓν ἢ περισσότερα σύμφωνα μὲ ἕν φωνῆεν ἢ δίφθογγον : τε-τρά-δρα-χμον, στρα-τεύ-μα-τα.

Συλλαβὴ λέξεως δύναται νὰ ἀποτελῆται καὶ ἀπὸ ἕν μόνον φωνῆεν ἢ μίαν δίφθογγον : ἴ-α, οἴ-ει (= νομίζεις).

§ 9. 1) Κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν συλλαβῶν της, μία λέξις, ἐὰν ἔχῃ μίαν μόνον συλλαβήν, λέγεται μονοσύλλαβος (π.χ. μῦς ), ἐὰν ἔχῃ δύο συλλαβάς, λέγεται δισύλλαβος (π.χ. οἶκος ), ἐὰν ἔχῃ τρεῖς συλλαβάς, λέγεται τρισύλλαβος (π.χ. παιδίον ) καὶ ἐὰν ἔχῃ περισσοτέρας τῶν τριῶν συλλαβῶν, λέγεται πολυσύλλαβος (π.χ. φιλάνθρωπος ).

2) ῾Η τελευταία συλλαβὴ λέξεως, ἡ ὁποία ἔχει συλλαβὰς περισσοτέρας τῆς μιᾶς, λέγεται λήγουσα , ἡ πρὸ τῆς ληγούσης λέγεται παραλήγουσα , καὶ ἡ πρὸ τῆς παραληγούσης λέγεται προπαραλήγουσα , ἡ δὲ πρώτη συλλαβὴ αὐτῆς λέγεται ἀρκτική .

§ 10 . ῾Ο χωρισμὸς λέξεως εἰς τὰς συλλαβὰς αὐτῆς λέγεται συλλαβισμός . Γίνεται δὲ ὁ συλλαβισμὸς εἰς τὰς λέξεις τῆς ἀρχαίας γλώσσης κατὰ τοὺς ἑξῆς κανόνας :

α) ῞Εν σύμφωνον εὑρισκόμενον μεταξὺ δύο φωνηέντων (ἢ διφθόγγων) συλλαβίζεται μὲ τὸ ἑπόμενόν του φωνῆεν (ἢ δίφθογγον): λέ-γο-μεν, ἄ-πει-ροι.

β) Δύο σύμφωνα εὑρισκόμενα μεταξὺ δύο φωνηέντων (ἢ διφθόγγων) συλλαβίζονται μὲ τὸ ἑπόμενόν των φωνῆεν (ἢ δίφθογγον), ἐὰν δὲν εἶναι τὰ αὐτὰ καὶ ἐὰν εἶναι ἀρκτικὰ λέξεως τῆς (ἀρχαίας) ῾Ελληνικῆς γλώσσης˙ ἄλλως χωρίζονται καὶ συλλαβίζονται τὸ μὲν πρῶτον μὲ τὸ προηγούμενον, τὸ δὲ δεύτερον μὲ τὸ ἑπόμενον φωνῆεν (ἢ δίφθογγον) : πέ-τρα (τρόπος), βά-θρον (θρόνος), ἔ-στω (σταυρός)˙ ἀλλά : βάλ-λω, ἐν-νέα, ἕλ-κω, ἅρ-μα, ἔν-τερον.

Σημείωσις . Καὶ τὰ συμπλέγματα γμ ἢ χμ, θμ, τν, φν, ἐπειδὴ ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὰ συμπλέγματα κμ, τμ, θν, πν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀρχίζουν λέξεις τῆς ἀρχαίας ῾Ελληνικῆς γλώσσης, συλλαβίζονται καὶ αὐτὰ μὲ τὸ ἑπόμενον φωνῆεν : πρᾶ-γμα, δρα-χμὴ (κμητός), ἀρι-θμὸς (τμῆμα), φά-τνη (θνητός), δά-φνη (πνέω).

γ) Τρία σύμφωνα εὑρισκόμενα μεταξὺ δύο φωνηέντων συλλαβίζονται μετὰ τοῦ ἀκολούθου φωνήεντος ὅταν καὶ τὰ τρία ταῦτα σύμφωνα ἢ τουλάχιστον τὰ δύο πρῶτα ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀρκτικὰ λέξεως Ἑλληνικῆς : ἐ-στράτευσε (στρατός), ἐ-χθρὸς (χθές), βά-κτρον (κτῆμα), ἰ-σχνὸς (σχῆμα). Ἄλλως χωρίζονται, καὶ τὸ μὲν πρῶτον ἐκ τῶν τριῶν συμφώνων συλλαβίζεται μὲ τὸ προηγούμενο φωνῆεν, τὰ δὲ δύο ἄλλα μὲ τὸ ἑπόμενον : ἄρ-κτος, ἄν-δρες, Ἀμ-βρακία .

δ) Αἱ σύνθετοι λέξεις κατὰ τὸν συλλαβισμὸν χωρίζονται εἰς τὰ συνθετικά των μέρη, ἐκτὸς ἐὰν κατὰ τὴν σύνθεσιν ἔχῃ συμβῆ ἔκθλιψις, ὁπότε καὶ αὖται συλλαβίζονται ὡς ἁπλαῖ λέξεις : προσ-έχω, συν-άγω, νουν-εχής, ῾Ελλήσ-ποντος, ἀλλὰ : πα-ρέχω, ὑ-πάγω, φί-λιππος, ἄ-γρυπνος, πρω-ταγωνιστής.

§ 11. Ποσότης συλλαβῶν. ῾Ωρισμένη συλλαβὴ μιᾶς λέξεως λέγεται:

1) φύσει μακρά , ἐὰν ἔχῃ μακρὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον : κοί-τη, κρού-ω.

2) θέσει μακρά , ἐὰν,ἔχῃ μὲν βραχὺ φωνῆεν, ἀλλὰ κατόπιν αὐτοῦ ἀκολουθοῦν δύο ἢ περισσότερα σύμφωνα ἢ ἔν διπλοῦν : ἀ-στός, ἄ-λλος, ἐ-χθρός, τό-ξον˙

3) βραχεῖα , ἐὰν ἔχῃ βραχὺ φωνῆεν, κατόπιν δὲ αὐτοῦ ἄλλο φωνῆεν ἢ ἕν μόνον ἁπλοῦν σύμφωνον ἢ τίποτε : ἀ-έ-ρες, φύ-γε-τε.

ε΄) Πνεύματα καὶ τὸνοι

1. Τὰ πνεύματα

§ 12. Εἰς πᾶσαν λέξιν, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ φωνῆεν ἢ ἀπὸ ρ , σημειοῦται ἐπὶ τοῦ ἀρκτικοῦ φωνήεντος ἢ τοῦ ρ σημεῖον πνεύματος ἢ πνεῦμα .

Τὰ πνεύματα εἶναι δύο, ἡ ψιλὴ ( ), ἤτοι σημεῖον λεπτῆς πνοῆς, καὶ ἡ δασεῖα ( ), ἤτοι σημεῖον παχείας πνοῆς : ἀρετή, ὥρα, ῥόδον.

Σημείωσις . Τὸ δασὺ πνεῦμα, ἤτοι ἡ δασεῖα, ἐπροφέρετο ἀρχῆθεν περίπου ὅπως νῦν τὸ σύμφωνον χ · π. χ. ἵππος (πρόφ. χίππος).

§ 13. Δασύνονται (ἤτοι λαμβάνουν πνεῦμα τὴν δασεῖαν) κανονικῶς πᾶσαι αἱ λέξεις, αἱ ὁποῖαι ἀρχίζουν ἀπὸ υ ἢ ἀπὸ ρ : ὕπνος, ῥήτωρ .

Ἐκ τῶν λοιπῶν λέξεων ἄλλαι μέν, αἱ πλεῖσται, ψιλοῦνται (ἤτοι λαμβάνουν πνεῦμα τὴν ψιλήν), ἄλλαι δὲ δασύνονται .

2. Οἱ τόνοι

§ 14. Πάσης λέξεως, ἡ ὁποία ἔχει δύο ἢ περισσοτέρας συλλαβάς, μία συλλαβὴ τονίζεται , ἤτοι προφέρεται ἰσχυρότερον ἀπὸ τὰς ἄλλας συλλαβὰς αὐτῆς ᾽Επὶ τοῦ φωνήεντος (ἢ τῆς διφθόγγου) τῆς τονιζομένης συλλαβῆς γράφεται ἕν σημεῖον, τὸ ὁποῖον καλεῖται τόνος : κόρη, κῆπος, παίζομεν, ἀγαθός, μαθητής.

Σημείωσις . Σημεῖον τόνου κανονικῶς σημειοῦται καὶ ἐπὶ τοῦ φωνήεντος ἡ τῆς διφθόγγου τῶν μονοσυλλάβων λέξεων : μήν, φῶς, παῖς.

§ 15. Οἱ τόνοι εἶναι τρεῖς, ἤτοι ἡ ὁξεῖα (΄), ἡ βαρεῖα (`) καὶ ἡ περισπωμένη (~).

Σημείωσις . ῾Η διαφορὰ τοῦ τόνου δέν παρέχει αἰσθητὴν διαφορὰν τῆς προφορᾶς τῶν φωνηέντων ἢ τῶν διφθόγγων εἱς ἠμᾶς τοὺς νέους ῞Ελληνας, ὅπως οὐδὲ ἠ μακρότης καὶ ἠ βραχύτης αὐτῶν. Πρβλ. (ὁ) ἐλαιὼν - (τῶν) ἐλαιῶν , (τὸν) κῆπον - (τῶν) κήπων .

3. Κανὸνες τοῦ τονισμοῦ

§ 16. Ὁ τονισμὸς τῶν λέξεων τῆς ἀρχαίας γλώσσης γίνεται κατὰ τοὺς ὲξῆς κανόνας :

1) Οὐδέποτε μία πολυσύλλαβος λέξις τονίζεται ὑπεράνω τῆς προπαραληγούσης : (ἄνθρωπος) φιλάνθρωπος, φιλανθρωπότατος.

2) ῞Οταν ἡ λήγουσα εἶναι μακρά, ἡ προπαραλήγουσα δὲν τονίζεται: (῞Ομηρος) ῾Ομήρου , (διδάσκαλον) διδασκάλων .

3) ῾Η προπαραλήγουσα καὶ πᾶσα βραχεῖα συλλαβὴ τονιζομένη ὀξύνεται : πείθομαι, λόγος, ἐλθέ.

4) Μακρὰ παραλήγουσα πρὸ μακρᾶς ληγούσης τονιζομένη ὀξύνεται : μήτηρ, παύω .

5) Μακρὰ παραλήγουσα πρὸ βραχείας ληγούσης τονιζομένη περισπᾶται : μῆτερ, παῦε .

6) ῾Η ἀσυναίρετος ὀνομαστική, αἰτιατικὴ καὶ κλητικὴ τῶν ὀνομάτων, τονιζομένη ἐπὶ τῆς ληγούσης, ὀξύνεται : ἡ τιμή, τὴν τιμήν, ὦ τιμὴ - οἱ θεοί, τοὺς θεούς, ὦ θεοὶ - ἡ έσθής, ὁ ποιμήν, ὁ ἱμάς.

7) ῾Η μακροκατάληκτος γενικὴ καὶ δοτικὴ τῶν όνομάτων ἐν γένει, τονιζομένη ἐπὶ τῆς ληγούσης, περισπᾶται : κριτοῦ, κριτῇ, κριτῶν, κριταῖς - θεοῦ, θεῷ, θεῶν, θεοῖς.

8) Τῶν όνομάτων, ὅπου τονίζεται ἡ ἑνικὴ ὀνομαστική, ἑκεῖ τονίζονται καὶ αἱ ἄλλαι πτώσεις, ἐκτὸς ἄν ἐμποδίζῃ ἡ λήγουσα: γέρων, γέροντος, γέροντες· ἀλλά : γερόντων .

9) ῾Η ἐκ συναιρέσεως προερχομένη λήγουσα μιᾶς λέξεως, ὅταν τονίζεται, περισπᾶται : (τιμάω) τιμῶ , (ἠχόος) ἠχοῦς , ἐκτὸς ἐὰν πρὸ τῆς συναιρέσεως ἡ δευτέρα ἐκ τῶν συναιρουμένων συλλαβῶν ὠξύνετο : (ἑσταὼς) ἑστώς , (κληὶς - κλῂς) κλείς .

10) ῾Η θέσει μακρὰ συλλαβὴ κατὰ τὸν τονισμὸν λαμβάνεται ὡς βραχεῖα : χειρῶναξ, αὖλαξ (βλ. § 11, 2).

11) Κατὰ τὴν σύνθεσιν ὁ τόνος συνήθως ἀναβιβάζεται ὅσον τὸ δυνατὸν ἀνωτέρω τῆς ληγούσης, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀνωτέρω τῆς τελευταίας συλλαβῆς τοῦ πρώτου συνθετικοῦ : (καιρὸς) εὔκαιρος , (δὸς) ἀπόδος , (φρὴν) μεγαλό-φρων, μεγαλόφρον.

12) Βαρεῖα τίθεται μόνον ἐπὶ τῆς ληγούσης μιᾶς λέξεως ἀντὶ τῆς ὀξείας, ὅταν κατόπιν τῆς λέξεως ταύτης δὲν ὑπάρχῃ σημεῖον στίξεως : ὁ ἀγαθὸς ἀνὴρ τιμᾷ τοὺς σοφοὺς ἂνδρας.

§ 17. Κατὰ τὸν τόνον αὐτῆς μία λέξις λέγεται :

1) ὀξύτονος , ἐὰν ἔχῃ ὀξεῖαν ἐπὶ τῆς ληγούσης : ἀνήρ·

2) παροξύτονος , ἐὰν ἔχῃ ὀξεῖαν ἐπὶ τῆς παραληγούσης : κώμη·

3) προπαροξύτονος , ἐὰν ἔχῃ ὀξεῖαν ἐπὶ τῆς προπαραληγούσης : ἂνθρωπος·

4) περισπωμένη , ἐὰν ἔχῃ περισπωμένην ἐπὶ τῆς ληγούσης : τοῦ κριτοῦ, τιμῶ˙

5) προπερισπωμένη , ἐὰν ἔχῃ περισπωμένην ἐπὶ τῆς παραληγούσης : κῆπος·

6) βαρύτονος , ἐὰν ἔχῃ βαρεῖαν ἀντὶ όξείας ἐπὶ τῆς ληγούσης καὶ ἐν γένει ἐὰν τονίζεται οὐχὶ ἐπὶ τῆς ληγούσης : χειμὼν βαρὺς ἐπῆλθε-πείθω, παιδεύω.

Σημείωσις . Θέσις τοῦ τόνου καὶ τοῦ πνεύματος . Ὁ τόνος ἢ τὸ πνεῦμα :

α) ᾽Επὶ τῶν ἀπλῶν φωνηέντων καὶ τῶν καταχρηστικῶν διφθόγγων σημειοῦται ὑπεράνω μέν αὐτῶν, ὅταν ταῦτα γράφωνται μὲ μικρὰ γράμματα, ἔμπροσθεν δὲ αὐτῶν καὶ πρὸς τὰ ἄνω, ὅταν ταῦτα γράφωνται μὲ κεφαλαῖα : ἠώς, ὁδὸς, ᾽Ηώς, ῾Οράτιος˙ τῇ θεᾶ, ᾠδὴ - ᾽Ωιδεῖον ἢ (ᾨδεῖον) (βλ., § 6, Σημ. 2).

β) ᾽Επὶ τῶν κυρίων διφθόγγων σημειοῦται πάντοτε ὑπεράνω τοῦ δευτέρου ἐκ τῶν φωνηέντων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα αὖται ἀποτελοῦνται: Αἰγεύς, αἱρετός, αὐλός, οὐρανός, σφαῖραι, τὰς σφαίρας, Οἰδίπους .

γ) ῞Οταν τὸ πνεῦμα καὶ ὸ τόνος συμπίπτουν ἐπὶ τῆς αὐτῆς συλλαβῆς, τότε ἡ μὲν ὀξεῖα (ἢ ἡ βαρεῖα) σημειοῦται μετὰ τὸ πνεῦμα ἡ δὲ περισπωμένη ὑπεράνω αὐτοῦ : ῎Αρτεμις, ῞Ηρα, ῞Ομηρος, αὔρα, Αἵας, εὕρος, αἵμα.

ς΄) Ἄτονοι καὶ ἐγκλιτικαὶ λὲξεις

1. Πρόκλισις

§ 18. Δέκα μονοσύλλαβοι λέξεις, ἤτοι οἱ τέσσαρες τύποι τοῦ ἄρθρου ὁ, ἡ, οἱ, αἱ, αἱ τρεῖς προθέσεις εἰς, ἐν, ἐξἐκ καὶ τὰ τρία μόρια ὡς, εἰ, οὐ, ἐπειδὴ πάντοτε προφέρονται λίαν στενῶς μὲ τὴν ἑκάστοτε ἑπομένην λέξιν, δὲν τονίζονται, καὶ δι’ αὐτὸ λέγονται ἄτονοι λέξειςπροκλιτικαί .

Σημείωσις . Τὸ μόριον οὐ τονίζεται (μὲ ὀξεῖαν), ὅταν εὐθὺς μετ’ αὐτὸ ὑπἀρχῃ στίξις : ἐτόξευον μέν, ἐξικνοῦντο δ’ οὔ. φῂς ἢ οὔ; πῶς γὰρ οὔ ;

2. Ἔγκλισις

§ 19. Μερικαὶ μονοσύλλαβοι ἢ δισύλλαβοι λέξεις προφέρονται πάντοτε λίαν στενῶς μὲ τὴν ἑκάστοτε προηγουμένην λέξιν καὶ διὰ τοῦτο ὁ τόνος αὐτῶν κανονικῶς μεταβιβάζεται εἰς τὴν λήγουσαν τῆς προηγουμένης λέξεως (ὡς ὀξεῖα) ἢ ὅλως ἀποβάλλεται˙ἄνθρωπός τις ταῦτά φησι τῷ πατρί μου.

Αἱ τοιαῦται λέξεις λέγονται ἐγκλιτικαὶ λέξεις ἢ ἁπλῶς ἐγκλιτικὰ (πρβλ. τῆς νέας γλώσσης π.χ. φώναξέ με, μίλησέ μου- ὁ φίλος του, λέγε μας).

§ 20. ᾽Εγκλιτικαὶ λέξεις τῆς ἀρχαίας γλώσσης συνήθεις εἶναι :

1) οἱ τύποι τῶν προσωπικῶν ἀντωνυμιῶν μοῦ, μοί, μὲ - σοῦ, σοί, σὲ - οὗ, οἵ, ἕ˙

2) οἱ τύποι τῆς ἀορίστου ἀντωνυμίας τίς, τί, πλὴν τοῦ τύπου αὐτῆς ἄττα (= τινά)·

3) οἱ τύποι τῆς ὁριστικῆς τοῦ ἐνεστῶτος τῶν ῥημάτων εἰμὶ (= εἶμαι) καὶ φημὶ (= λέγω), πλὴν τῶν τύπων αὐτῶν εἵ καὶ φῄς·

4) τὰ ἐπιρρήματα πού, ποί, ποθὲν - πώς, πὴ ἢ πῄ ποτέ˙

5) τὰ μόρια γέ, τέ, τοί, πέρ, πώ, νύν·

6) τὸ πρόσφυμα δὲ (ἄσχετον πρὸς τὸν σύνδεσμον δέ) : τοιός-δε, Μεγαρά-δε (= εἰς τὰ Μέγαρα).

§ 21. Τῶν ἐγκλιτικῶν ὁ τόνος :

1) μεταβιβάζεται εἰς τὴν λήγουσαν τῆς προηγουμένης λέξεως (ὡς ὀξεῖα), ὅταν ἡ προηγουμένη λέξις εἶναι προπαροξύτονος ( ἄνθρωπός τις, κήρυκές τινες ) ἢ προπερισπωμένη ( σφαῖρά τις, στρατιῶταί τινες ) ἢ ἄτονος ἢ ἐγκλιτικὴ (εἴ τίς φησί μοι ταῦτα

2) ἀποβάλλεται πάντων μὲν τῶν ἐγκλιτικῶν, ὅταν ἡ προηγουμένη λέξις εἶναι ὀξύτονος ἢ περισπωμένη ( θεός τις, θεοί τινες - ὁρῶ σε, καλῶ τινα ), μόνον δὲ τῶν μονοσυλλάβων ἐγκλιτικῶν, ὅταν ἡ προηγουμένη λέξις εἶναι παροξύτονος ( γέρων τις, λέγει τι

3) διατηρεῖται, ὅταν ἡ προηγουμένη λέξις εἶναι παροξύτονος καὶ τὸ ἐγκλιτικὸν δισύλλαβον (φίλοι τινές, ὀλίγοι εἰσίν ), ἢ ὅταν ἡ προηγουμένη λέξις ἔχῃ πάθει ἔκθλιψιν ( πολλοὶ δ’ εἰσὶν ἀγαθοί ), ἢ ὅταν προηγῆται τοῦ ἐγκλιτικοῦ στίξις ( ῞Ομηρος, φασί, τυφλὸς ἦν ).

Σημείωσις . Μερικὰ ἐγκλιτικὰ μὲ ὡρισμένας πρὸ αὐτῶν λέξεις ἑνώνονται καὶ γράφονται μαζὶ μέ αὐτὰς ὡς μία λέξις : ὅδε, ἥδε, τόδε, ὅσπερ, ἥπερ, ὅπερ - τοιόσδε, τοιάδε, τοιόνδε - οὔτε, ὥσπερ, ὥστε κλπ. Αἱ λέξεις, αἱ προερχόμεναι ἐκ τοιαύτης ἑνώσεως, διατηροῦν τὸν ἀρχικόν των τονισμόν : ἥδε, ἥπερ, τοιάδε, οὔτε, ὥσπερ κλπ.

ζ΄) Ἄλλα σημεῖα ἐν τῷ γραπτῷ λὸγῳ

§ 22. ᾽Εκτὸς τῶν σημείων τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων, ἐν τῷ γραπτῷ λόγῳ χρησιμοποιοῦνται προσέτι τὰ ἑξῆς σημεῖα :

1) ἠ ὑποδιαστολή ( , )· αὔτη γράφεται εἰς τὴν ἀναφορικὴν ἀντωνυμίαν ὅ,τι πρὸς διάκρισιν αὐτῆς ἀπὸ τοῦ συνδέσμου ὅτι ˙

2) τὰ διαλυτικά ( ¨) · ταῦτα γράφονται ὑπεράνω τοῦ ι ἢ τοῦ υ , ὅταν ζητῆται νὰ δηλωθῇ, ὅτι τὸ ι ἢ τὸ υ δὲν ἀποτελεῖ δίφθογγον μὲ τὸ ἀμέσως προηγούμενον φωνῆεν τῆς ἰδίας λέξεως : ἀϋπνία, τοῦ Γαΐου·

Σημείωσις . Τὰ διαλυτικὰ δύνανται νὰ παραλείπωνται, ὅταν ὁ χωρισμὸς τῶν δύο φωνηέντων ὑποσημαίνεται ἐκ τῆς θέσεως τῶν σημείων τῶν τόνων ἢ τῶν πνευμάτων : ἄυλος, ἀύλου, Γάιος.

3) ἡ ἀπόστροφος (’), σημεῖον τῆς ἐκθλίψεως (βλ. § 28

4) κορωνὶς (’), σημεῖον τῆς κράσεως (βλ. § 26

5) τὰ σημεῖα τῆς στίξεως , ἤτοι :

α΄) τελεία στιγμὴ ( . )˙ διὰ ταύτης χωρίζονται ἀπ’ ἀλλήλων περίοδοι , ἤτοι μέρη τοῦ γραπτοῦ λόγου, τὰ ὁποῖα περιέχουν ἕν ὁπωσδήποτε πλῆρες νόημα˙

β΄) μέση στιγμὴἄνω στιγμὴ ( ˙ )˙ διὰ ταύτης χωρίζονται ἀπ’ ἀλλήλων κῶλα περιόδου, ἤτοι μέρη αὐτῆς, τὰ ὁποῖα περιέχουν ἕν νόημα ὁπωσδήποτε αὐτοτελές·

γ΄) ὑποδιαστολὴτὸ κόμμα (,) ˙ διὰ τούτου κανονικῶς χωρίζονται ἀπ’ ἀλλήλων αἱ δευτερεύουσαι προτάσεις ἀπὸ τὰς κυρίας καὶ πᾶν ὄνομα κλητικῆς πτώσεως ἀπὸ τὰς ἄλλας λέξεις τῆς προτάσεως˙

δ΄) τὁ ἐρωτηματικὸν (;) · τοῦτο γράφεται κατόπιν λέξεως ἢ εἰς τὸ τέλος προτάσεως ἢ περιόδου, ἡ ὁποία ἐκφέρεται ἐρωτηματικῶς˙

ε΄) τὸ θαυμαστικὸνἑπιφωνηματικὸν (!) · τοῦτο γράφεται εἰς τὸ τέλος προτάσεώς τινος ἢ περιόδου ἢ κατόπιν μιᾶς λέξεως ἢ ἁπλῆς φράσεως, ἵνα δηλωθῇ ὅτι ταῦτα ἐκφράζουν θαυμασμὸν τοῦ λέγοντος, ἀναφώνησιν, ἔκπληξιν κ.τ.τ.·

ς΄) τὰ ἀποσιωπητικὰ (...) · διὰ τούτων δηλοῦται ὅτι ἀποσιωπᾶται, ἤτοι παραλείπεται νὰ ἐκφρασθῇ μία λέξις ἢ φράσις ἐκ φόβου, ἐντροπῆς κ.τ.τ.

ζ΄) ἡ παρένθεσις [ () ]· ἐντὸς ταύτης περικλείεται μία λέξις ἢ φράσις ὁλόκληρος, ἡ ὁποία παρεμβάλλεται μεταξὺ τῶν λέξεων τῆς προτάσεως ἦ τῆς περιόδου πρὸς ἐπεξήγησιν ἢ συμπλήρωσιν ἐν γένει τῶν λεγομένων˙

η΄) τὰ εἰσαγωγικὰ ( « » ) · ἐντὸς τούτων περικλείονται λόγοι τινὸς ἀποδιδόμενοι αὐτολεξεί.

Αρχή Κεφαλαίου
Αρχή Υποκεφαλαίου
Περιεχόμενα

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄

ΦΘΟΓΓΙΚΑ ΠΑΘΗ

§ 23. Σπανίως αἱ λέξεις διαμένουν ἀπαθεῖς καὶ ἀκέραιαι, ὅπως ἐπλάσθησαν ἐξ ἀρχῆς. Συνήθως συμβαίνουν εἰς αὐτὰς διάφορα πάθη τῶν φθόγγων (ἤτοι τῶν φωνηέντων καὶ τῶν συμφώνων), ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦνται· (πρβλ, νῦν : λέγει-λέει, κάθισε-κάτσε ). Τὰ πάθη ταῦτα καλοῦνται φθογγικὰ πάθη ,τὰ δὲ συνηθέστερα ἐξ αὐτῶν εἶναι τὰ ἐπόμενα.

α΄) Πάθη φωνηὲντων καὶ διφθόγγων. Εὐφωνικά σύμφωνα

1. Συναίρεσις

§ 24 . Συναίρεσις λέγεται ἡ συγχώνευσις ἐντὸς μιᾶς λέξεως δύο ἐπαλλήλων φωνηέντων ἢ φωνήεντος καὶ διφθόγγου εἱς ἕν μακρὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον : (Ἀθηνάα) Ἀθηνᾶ , (νόος) νοῦς , (ἀγαπάει) ἀγαπᾷ.

·

§ 25. ῾Η συλλαβή, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ συναιρέσεως, κανονικῶς τονίζεται, ἐὰν πρὸ τῆς συναιρέσεως ἐτονίζετο ἡ μία ἐκ τῶν δύο συλλαβῶν, αἱ ὁποῖαι συνηρέθησαν : τιμῶμεν (τιμάομεν)· ἀλλὰ : ἔθνη (ἔθνεα), γέλα (γέλαε)· (βλ. καὶ § 16, 9).

2. Κρᾶσις

§ 26. Κρᾶσις λέγεται ἡ συναίρεσις τοῦ τελικοῦ φωνήεντος ἢ διφθόγγου μιᾶς λέξεως μὲ τὸ ἀρκτικὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον τῆς ἀμέσως ἑπομένης λέξεως καὶ ἡ οὕτω προκύπτουσα συγχώνευσις τῶν δύο λέξεων εἰς μίαν : (τὰ ἄλλα) τἆλλα , (τὸ ὅνομα) τοὔνομα , (καὶ εἶτα) κἆτα· (πρβλ, θὰ ἀγαπῶ, θἀγαπῶ - τὸ ἐλάχιστον, τοὐλάχιστον ).

῾Υπεράνω τοῦ φωνήεντος ἢ τῆς διφθόγγου, ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τῆς κράσεως, γράφεται ἡ κορωνὶς (βλ. § 22, 4). ῞Οταν ὅμως ἡ πρώτη ἀπὸ τὰς πασχούσας κρᾶσιν λέξεις εἶναι κάποιος ἐκ τῶν δασυνομένων τύπων τοῦ ἄρθρου (ὁ, ἡ, οἱ, αἱ) ἢ τῆς ἀναφορικῆς ἀντωνυμίας (ὅς, ἥ, ὅ), τότε δὲν σημειοῦται ἡ κορωνίς, ἀλλὰ ἡ δασεῖα : (ὁ ἀνὴρ) ἁνήρ , (ἃ ἂν) ἂν .

§ 27. Κρᾶσιν μὲ ἄλλας λέξεις συνήθως πάσχουν :

1) τύποι τοῦ ἄρθρου ἢ τῆς ἀναφορικῆς ἀντωνυμίας (ὅς, ἥ, ὅ) , οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς φωνῆεν ἢ δίφθογγον, καὶ τὸ κλητικὸν ἐπιφώνημα : (ὁ ἄνθρωπος) ἅνθρωπος , (τοῦ ἀνδρὸς) τἀνδρός , (τὸ ἱμάτιον) θοἰμάτιον , (τὰ αὐτὰ) ταὐτά , - (ἄ ἐγὼ) ἁγώ , (ὅ ἐφόρει) οὑφόρει , (οὗ ἔνεκα) οὕνεκα , - (ὦ ἀγαθὲ) ὠγαθέ·

2) ἡ λέξις ἐγὼ μὲ τὴν λέξιν οἵδα (= γνωρίζω) καὶ μὲ τὴν λέξιν οἵμαι (= νομίζω) : ἐγᾦδα, ἐγᾦμαι·

3) ὁ σύνδεσμος καὶ καὶ ἡ πρόθεσις πρὸ : (καὶ ἐγὼ) κἀγώ , (καὶ ὅπως) χὤπως , (πρὸ ἔργου) προὔργου·

4) ὁ σύνδεσμος μέντοι μὲ τὸ μόριον ἄν : μεντἄν .

Σημείωσις 1. Μετὰ τὴν κρᾶσιν ὁ τόνος τῆς πρώτης ἐκ τῶν δύο συγχωνευομένων λέξεων ἀποβάλλεται. ῾Υπάρχει δὲ ι εἰς τὸ φθόγγον, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἐκ τῆς κράσεως, ἐὰν τοῦτο ὑπάρχῃ εἰς τὴν δευτέραν ἐκ τῶν συναιρουμένων συλλαβῶν: κᾆτα (= καὶ εἶτα), ἐγᾦδα (= ἐγὼ οἶδα)˙ ἀλλὰ κάπειτα (= καὶ ἔπειτα).

Σημείωσις 2. Τῆς ἀορίστου ἀντωνυμίας ἕτερος κατὰ τὴν κρᾶσιν αὐτῆς μὲ τὸ προηγούμενον ἄρθρον λαμβάνεται ὁ (ἀρχαιότερος) τύπος ἅτερος : (τοῦ ἁτέρου) θἀτέρου , (τὸ ἅτερον) θἄτερον .

3. Ἔκθλιψις

§ 28. ῞Οταν μία λέξις λήγη εἰς βραχὺ φωνῆεν, πλὴν τοῦ υ , ἡ δὲ ἀμέσως ἑπομένη λέξις ἀρχίζῃ ὡσαύτως ἀπὸ φωνῆεν ἢ δίφθογγον, συμβαίνει συνήθως ἔκθλιψις , ἤτοι ἀποβάλλεται τὸ τελικὸν βραχὺ φωνῆεν τῆς προηγουμένης λέξεως πρὸ τοῦ ἀρκτικοῦ φωνήεντος (ἤ διφθόγγου) τῆς ἀμέσως ἑπομένης : (ἀλλὰ ἐγὼ) ἀλλ’ ἐγώ , (οὔτε εἶδον) οὔτ’ εἶδον , (ἐπὶ αὐτὸν) ἐπ’ αὐτόν, (ἀπὸ ἐκείνου) ἀπ’ ἐκείνου .

῾Υπεράνω τῆς θέσεως τοῦ ἐκθλιβέντος φωνήεντος σημειοῦται ἡ ἀπόστροφος (§ 22, 3), οὐχὶ ὅμως καὶ ὅταν ἡ ἔκθλιψις συμβαίνῃ κατὰ τὴν σύνθεσιν λέξεων : (παρὰ ἐμοῦ) παρ’ ἐμοῦ, (παρὰ ἔχω) παρέχω.

§ 29. ᾽Εὰν τὸ ἐκθλιβὲν φωνῆεν ἐτονίζετο, ὁ τόνος αὐτοῦ μετὰ τὴν ἔκθλιψιν :

1) ἐὰν μὲν ἡ ἐκθλιβομένη λέξις εἶναι ἄκλιτος, συναποβάλλεται : (ἐπὶ αὐτοῦ) ἐπ’ αὐτοῦ˙

2) ἐὰν δὲ ἡ ἐκθλιβομένη λέξις εἶναι κλιτὴ ἢ τὸ ἀριθμητικὸν ἑπτά , ἀναβιβάζεται εἰς τὴν παραλήγουσαν αὐτῆς : (δεινὰ ἔπαθον) δείν᾽ ἔπαθον , (ἑπτὰ ἦσαν) ἕπτ’ ἦσαν .

§ 30. ᾽Εὰν μετὰ τὴν ἔκθλιψιν μένῃ εἰς τὸ τέλος τῆς λέξεως ψιλὸν ἢ δύο ἑτερόφωνα ψιλά, ἡ δὲ ἑπομένη λέξις δασύνεται, τότε τὸ ψιλὸν ἢ τὰ ψιλὰ τρέπονται εἰς δασέα : (ὑπὸ ἡμῶν) ὑφ’ ἡμῶν , (κατὰ ἑαυτὸν) καθ’ ἑαυτόν , (νύκτα ὅλην) νύχθ’ ὅλην, (ἑπτὰ ἡμέραι) ἑφθήμερος· ἀλλά : (σάκκος ὑφάντης) σακχυφάντης .

Σημείωσις . ᾽Εκτὸς τοῦ υ δὲν ἐκθλίβονται προσέτι :

α) τὸ τελικὸν α καὶ ο μονοσυλλάβων λέξεων, οἵον τά, τό, πρὸ κλπ .

β) τὸ τελικὸν τῶν προθέσεων ἄχρι, μέχρι, περί, τῶν ἀντωνυμικῶν τύπων τί, τὶ καὶ ὅ,τι καὶ τοῦ εἱδικοῦ συνδέσμου ὅτι .

4. Προσθετὰ ἢ εὐφωνικὰ σύμφωνα

§ 31. Μερικαὶ λέξεις, αἱ ὁποῖαι λήγουν εἰς φωνῆεν, ὅταν ἡ ἀμέσως ἑπομένη μετ’ αὐτᾶς λέξις ἀρχίζῃ ὡσαύτως ἀπὸ φωνῆεν, προσλαμβάνουν εἰς τὸ τέλος αὐτῶν ἕν ἐκ τῶν συμφώνων νςκ , τὰ ὁποῖα τότε καλοῦνται προσθετὰεὐφωνικὰ σύμφωνα.

1) Τὸ εὐφωνικὸν ν προσλαμβάνουν :

α΄) οἱ τύποι ὀνομάτων, ῥημάτων καὶ ἐπιρρημάτων, οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς -σι , καὶ ὁ ῥηματικὸς τύπος ἐστί : ἀνδράσιν ἀγαθοῖς· εἴκοσιν ἄνδρες· λέγουσιν ἡμῖν παντάπασιν ἀνόμοιός ἐστιν ἐκείνῳ˙

β΄) οἱ τύποι τοῦ γ’ ἑνικοῦ προσώπου τῶν ῥημάτων, οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς ε : εἶπεν ἡμῖν.

2) Τὸ προσθετὸν ἢ εὐφωνικὸν ς προσλαμβάνει τὸ ἐπίρρημα οὕτω : (οὕτω λέγουσιν) οὕτως ἔλεγον.

Σημείωσις . Τὸ προσθετὸν ν καὶ τὸ προσθετὸν ς δύνανται νὰ ὑπάρχουν καὶ πρὸ συμφώνου.

3) Τὸ εὐφωνικὸν κ προσλαμβάνει τὸ ἀρνητικὸν μόριον οὐ : (οὐ λέγω) οὐκ ἔλεγον.

῞Οταν ὅμως ἡ ἑπομένη λέξις δασύνεται, τὸ εὐφωνικὸν κ τρέπεται εἰς χ : (οὐκ ἔρχομαι) οὐχ ἕπομαι· (πρβλ, § 30).

Σημείωσις . Κατὰ τὸ οὐκέτι (=οὐκ ἔτι) ἐσχηματίσθη καὶ ἡ λέξις μηκέτι (= μἠ ἔτι). Χωρὶς δὲ τὸ εὐφωνικὸν κ λέγεται οὐ καὶ πρὸ φωνήεντος, ὅταν μετὰ τὸ οὐ ὑπάρχῃ στίξις : ἐξικνοῦντο γὰρ οὔ, οὐδ’ ἔβλαπτον οὐδὲν (§ 18, Σημ.).

5. Πάθη φωνηέντων

§ 32. ῝Εν φωνῆεν ἐντὸς τοῦ θέματος μιᾶς λέξεως ἢ διαφόρων λέξεων, συγγενῶν ἐτυμολογικῶς, πολλάκις :

1) πάσχει συγκοπήν , ἤτοι ἀποβάλλεται : πατέρα - πατρὸς (πατερός), σκόρδον (σκόροδον), γίγνομαι (γίγνομαι), ἔ-σχον (ἔ-σεχ-ον)· (πρβλ. νῦν : σιτάρι - στάρι

2) πάσχει μετάθεσιν , ἤτοι ἀλλάσσει θέσιν ἐντὸς τῆς λέξεως : Μυτιλήνη - Μιτυλήνη, Δανούβιος - Δούναβις· (πρβλ. νῦν : ὄνειρο - εἴνορο, ὑλακτῶ - ὑλαχτῶ - ἀλυχτῶ)˙

3) πάσχει ἀφομοίωσιν , ἤτοι γίνεται ὅμοιον μὲ τὸ φωνῆεν τῆς, ἀμέσως ἑπομένης ἢ τῆς ἀμέσως προηγουμένης συλλαβῆς τῆς λέξεως : ἅτερος-ἕτερος, μολάχη-μαλάχη, ὀβελὸς-ὀβολός˙ (πρβλ. νῦν : τέσσαρα - τέσσερα)·

4) πάσχει ἀντιμεταχώρησιν , ἤτοι ἐναλλάσσει τὸν χρόνον του μὲ τὸν χρόνον τοῦ ἀμέσως ἑπομένου φωνήεντος καὶ γίνεται αὐτὸ μὲν ἀπὸ μακροῦ βραχύ, τὸ δὲ ἀμέσως μετ’ αὐτὸ ἑπόμενον φωνῆεν ἀπὸ βραχέος μακρόν : (νᾱός, νηὸς) νεώς , (βασιλῆος) βασιλέως , (βασιλῆᾰ) βασιλέᾱ , (ἠοίκειν) ἐῴκειν·

5) μεταβάλλεται ποιοτικῶς , ἤτοι τρέπεται εἰς ἄλλο φωνῆεν τοῦ αὐτοῦ χρόνου : νέμω-νομή, ῥήγνυμι-ῥωγμή· ὁμοίως : ἀμείβω-ἀμοιβή, λείπω-λέλοιπα·

6) μεταβάλλεται ποσοτικῶς ,ἤτοι ἀπὸ βραχέος γίνεται μακρὸν (ἐκτείνεται) ἢ ἀπὸ μακροῦ γίνεται βραχὺ (συστέλλεται) , : ποιέω-ποιητής, ἵστημι - ἵστᾰμεν, χιὼν - χιόνος.

Συστολὴν εἰς ἁπλοῦν βραχὺ φωνῆεν πάσχουν καὶ δίφθογγοι: φεύγω - ἔφῠγον, λείπω-ἐλῐπον.

῾Η ἔκτασις βραχέος φωνήεντος εἰς μακρὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον μετὰ τὴν ἀποβολὴν συμφώνου ἢ συμφώνων, κατόπιν αὐτοῦ εὑρισκομένων, καλεῖται ἀντέκτασιςἀναπληρωτικἡ ἔκτασις : (μέλᾰν-ς) μέλᾱς , (ἕν-ς) εἷς , (ὀδόντ-ς) ὀδούς , (τιθέντ-ς) τιθείς , (φθέρ-jω, φθέρρω) φθείρω .

Σημείωσις . Εἰς ἕν καὶ τὸ αὐτὸ θέμα, ἐκ τοῦ ὁποίου γίνονται πολλαὶ συγγενεῖς λέξεις, δύνανται νὰ παρουσιάζωνται πολλαὶ ὁμοῦ παθήσεις τοῦ φωνήεντος τοῦ θέματος π. χ. φρήν, φρενός, φρονῶ, σόφρων - λείπω, λοιπός, ἔλιπον - φέρω, φόρος, φώρ, δί-φρ-ος (Μετάπτωσις).

β΄) Πάθη συμφωνων

1. Ἀποβολαὶ συμφώνων

§ 33. 1) ᾽Εκ τῶν συμφώνων (ληκτικά, ἤτοι) τελικὰ λέξεων τῆς ἀρχαίας ῾Ελληνικῆς γλώσσης εἶναι μόνον τὸ ν , τὸ ρ , τὸ ς , τὸ ξ (= κς ) καὶ τὸ ψ (= πς )· (βλ. § 5, Σημ. 2) : ῞Ελλην, ῥήτωρ, θεός, κόραξ, Ἄραψ. Πᾶν ἄλλο σύμφωνον, ὅταν εὑρεθῇ εἰς τὸ τέλος μιᾶς λέξεως, ἀποβάλλεται : (τοῦ γέροντ-ος) ὦ γέρον (ἀντὶ ὦ γέροντ), (τοῦ γάλακτ-ος) τὸ γάλα (ἀντὶ τὸ γάλακτ).

Σημείωσις . ῾Η πρόθεσις ἐκ καὶ τὸ μόριον οὐκ (ἢ οὐχ ) προφέρονται μὲ τὴν ἐκάστοτε ἑπομένην λέξιν ὡς μία λέξις καὶ ἐπομένως εἰς αὐτὰ τὸ κ (ἢ τὸ χ ) δὲν εἶναι κυρίως τελικόν· (πρβλ. § 31, 3).

2) Τὸ σ εὑρισκόμενον μεταξὺ δύο συμφώνων ἀποβάλλεται : (γέγραφ-σ-θε) γέγραφθε , (ἐσπάρ - σ - θαι) ἐσπάρθαι .

Σημείωσις . Οὕτως ἀπὸ τὴν πρόθεσιν ἐξ (= ἐκς) προῆλθε κατόπιν ὁ ἕτερος τύπος αὐτῆς ἐκ πρὸ συμφώνου : (ἐξ Κορίνθου, ἤτοι ἐκς Κορίνθου) ἐκ Κορίνθου.

3) Τὸ σ , τὸ j καὶ τὸ F (§ 1, Σημ.) εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους, ὅταν εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀρχὴν λέξεως πρὸ φωνήεντος ἢ ἐντὸς λέξεως μεταξὺ δύο φωνηέντων, ἀπεβάλλοντο. Ἀπὸ τὸ σ καὶ τὸ j κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν προέκυψε κανονικῶς δασὺ πνεῦμα (§ 12, Σημ.)· π.χ. ( σ έρπω) ἕρπω , ( σ έπομαι) ἕπομαι , ( σ ίστημι) ἵστημι , ( σ έχω, ἕχω) καὶ ἔπειτα ἔχω , (jῆπαρ) ἧπαρ , (Fοῖνος) οἷνος - (λέγοι- σ ο) λέγοι-ο , (τέλε σ -ος, τέλεος) τέλους (πρβλ. τελε σ -φόρος) - (τιμάjω) τιμάω-ῶ , (καλέ-jω) καλέω-ῶ - (πνε ω, πνέ F -ω) πνέω (πρβλ. πνε μα).

Σημείωσις . Τύποι ὡς οἱ κρέασι , γένεσι , ἐτέλεσα κ.τ.ὅ. προῆλθον ἀπὸ τοὺς ἀρχικοὺς τύπους κρέασ-σι γένεσ-σι , ἑτέλεσ-σα δι’ ἀπλοποιήσεως τοῦ (διπλοῦ) σσ εἰς ἕν σ .

4) ᾽Οδοντικὸν εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ ἀποβάλλεται : (τάπητ-ς) τάπης, (ἐπίεδ-σα) ἐπίεσα . Οὕτω καὶ (ἐκ τοῦ νὺκτ-ς) νύξ, κ.ἄ.τ.

5) ᾽Οδοντικὸν μὲ ν πρὸ αὐτοῦ (ἤτοι ντ, νδ, νθ ), εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ , ἀποβάλλεται, ἀλλὰ μὲ ἀντέκτασιν τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος· (ἱμᾰ΄ντ-σι) ἱμᾱσι , (ὀδὸντ-ς) ὀδούς , (λυθὲντ-ς) λυθείς , (σπένδ-ω, σπένδ-σω) σπείσω , (πάσχω, πένθ-σομαι) πείσομαι (= θὰ πάθω)· (βλ. § 32, 6).

6) Τὸ ν εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ κανονικῶς ἀποβάλλεται ἢ μὲ ἀντέκτασιν τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος (συνήθως εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν τῶν ὀνομάτων) ἢ χωρὶς ἀντέκτασιν (συνήθως εἰς τὴν δοτ. πληθυντικὴν τῶν ὀνομάτων) : (τάλᾰν-ς) τάλᾱς , (κτὲν-ς) κτείς· ἀλλὰ (κτεν-σὶ) κτεσί , (γείτον-σι) γείτοσι (ἰδ. καὶ τὸ προη-γούμενον).

Σημείωσις . Τῆς προθέσεως ἕν τὸ ν εἰς συνθέτους μὲ αὐτὴν λέξεις διατηρεῖται πρὸ τοῦ σ καθὼς καὶ πρὸ τοῦ ζ ἢ τοῦ ρ : ἐνσημαίνω, ἐνσκήπτω, ἐνζεύγνυμι, ἐνράπτω, ἔνρινος (ἀλλὰ καὶ ἔρρινος ).

Τῆς δὲ προθέσεως σὺν τὸ ν εἰς συνθέτους μὲ αὐτὴν λέξεις, ἐὰν μὲν ἀκολουθῇ ἁπλοῦν σ , ἀφομοιοῦται πρὸς αὐτό : (σύν-σιτος) σύσ-σιτος· ἐὰν δὲ ἀκολουθῇ ζσ μὲ ἄλλο σύμφωνον μαζί, ἀποβάλλεται : (σύν-ζυγος) σύζυγος , (συν-σκευάζω) συ-σκευάζω, (συν-στρέφω) συ-στρέφω.

7) Πᾶν σύμφωνον ἐν γένει, ὅταν ὑπάρχη εἰς δύο ἀλλεπαλλήλους συλλαβὰς μιᾶς λέξεως, δύναται νὰ ἀποβάλλεται χάριν ἀνομοιώσεως .Οὕτω προῆλθε τὸ γίνομαι ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ γίγνομαι , ἀγήοχα (πρκμ. τοῦ ἄγω) ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ ἀγήγοχα . (Πρβλ. πενήντα ἐκ τοῦ πεντή-ντα, ἐκ τοῦ πεντήκοντα).

Καὶ ὁλόκληρος συλλαβὴ μιᾶς λέξεως δύναται νὰ ἀποβάλλεται χάριν ἀνομοιώσεως, ὅταν ἡ ἀμέσως ἑπομένη συλλαβὴ τῆς λέξεως ἀρχίζῃ ἀπὸ τὸ ἴδιον ἢ ἀπὸ ὅμοιον κἄπως σύμφωνον : ἀμφορεὺς (ἐκ τοῦ ἀμ φι φο-ρεύς), σκίμπους (ἐκ τοῦ σκιμ πό -πους). Πρβλ. νῦν : ἀποφοιτήριον (ἀντὶ ἀποφοι τη τήριον).

2. Ἀνάπτυξις συμφώνων

§ 34. 1) Τὸ ἀρκτικὸν ρ διπλασιάζεται :

α΄) εἰς τὰ ῥήματα τὰ ὁποῖα ἀρχίζουν ἀπὸ ρ , ὅταν ταῦτα λαμβάνουν αὔξησιν ἢ ἀναδιπλασιασ-μὸν ε : ῥέω-ἔρρεον, ῥίπτω - ἔρριπτον - ἔρριφα·

β΄) εἰς πᾶσαν λέξιν, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ ρ , ὅταν ἐν συνθέσει αὐτῆς, εὑρεθῇ πρὸ τοῦ ρ βραχὺ φωνῆεν : ῥητὸς - ἄρρητος - ἀπόρρητος, ῥωστὸς - ἄρρωστος· ἀλλά : εὔρωστος, εὔρυθμος.

2) Μεταξὺ ἐνρίνου καὶ ὑγροῦ (§ 5) ἀνεπτύχθη εἰς μερικὰς λέξεις εἰς βοηθητικὸς φθόγγος, πρὸς διευκόλυνσιν τῆς προφορᾶς. Οὕτω μεταξὺ τοῦ μ καὶ τοῦ ρ ἢ τοῦ μ καὶ τοῦ λ ἀνεπτύχθη ὁ φθόγγος β : μεσημ - β - ρία (ἐκ τοῦ μεσημ - ρία, ἐκ τοῦ μεσημερία), μέμ - β - λωκᾳ (ἐκ τοῦ μέ - μλω - κα πρβλ. μολ-ὼν λαβέ). Ὁμοίως μεταξὺ τοῦ ν καὶ τοῦ ρ ἀνεπτύχθη ὁ φθόγγος δ : ὁ ἀνήρ, τοῦ ἀν δ ρὸς (ἐκ τοῦ ἀν - ρός, ἐκ τοῦ ἀνερός)· (βλ. § 32, 1).

3. Μετάθεσις συμφώνων

§ 35. Τὸ ἡμίφωνον j, εἰς τοὺς ἀρχαιοτάτους χρόνους, ἐντὸς λέξεως εὑρισκόμενον, κατόπιν τῶν συλλαβῶν αν, αρ, ορ, ἔπαθεν ἑπένθεσιν , ἤτοι μετετέθη πρὸ τοῦ νρ καὶ ἡνώθη ἔπειτα μὲ τὸ αο εἰς δίφθογγον αιοι (ὑφάν-jω) ὑφαίνω , (τάλαν-jα) τάλαινα , (χαρ-ά, χάρ-jω) χαίρω , (μό-ρα, μόρ-jα) μοῖρα· (πρβλ. χαμαΐλὶ - χαϊμαλί).

4. ῾Ενώσεις ἢ συγχωνεύσεις συμφώνων

§ 36. 1) Οὐρανικὸν (κ, γ, χ) εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ ἑνοῦται μὲ αὐτὸ εἰς ξ : (φύλακ-ς) φύλαξ , (λέγ-ω, ἔλεγ-σα) ἔλεξα , (ὄνυχ-ς) ὄνυξ .

2) Χειλικὸν (π, β, φ) εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ ἑνοῦται μὲ αὐτὸ εἰς ψ : (τρέπ-ω, τρέπ-σω) τρέψω , (Ἄραβ-ς) Ἄραψ , (γράφ-ω, γράφ-σω) γράψω˙ (βλ. καὶ § 5, Σημ. 2).

3) Τὸ σ εἰς ἀρχαιοτάτους χρόνους, ἐντὸς λέξεως εὑρισκόμενον, κατόπιν ἐνρίνου (μ, ν) ἢ ὑγροῦ (λ, ρ) ἀφωμοιώθη κατὰ πρῶτον πρὸς αὐτό, ἔπειτα δὲ ἔγινεν ἁπλοποίησις τῶν (δύο) ἐνρίνων (μμ, νν) ἢ ὑγρῶν (λλ, ρρ) εἰς ἕν ἔνρινον (μ, ν) ἢ ὑγρὸν (λ, ρ) καὶ ἀντέκτασις τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος, ἤτοι τοῦ εἰς η (ἤ ), τοῦ ε εἰς ει , τοῦ εἰς : (νέμ-ω, ἔνεμ-σα, ἔνεμμα) ἔνειμα , (φαί νω , ἔφαν-σα, ἔφᾰν-να) ἔφηνα , (ἀγγέλλω, ἤγγελ-σα, ἤγγελλα) ἤγγειλα , (φύρω, ἔφῠρ-σα, ἔφὕρ-ρα) ἔφῦ-ρα.

Σημείωσις . Εἰς μερικὰς λέξεις δὲν ἀφωμοιώθη τὸ σ μὲ προηγούμενον ὑγρὸν (λ, ρ) ἢ μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν διετηρήθησαν τὰ δύο ὑγρά : ἄλσος, ῞Ερση, χέρσος, (θάρσος) θάρρος , (χερσόνησος) χερρόνησος .

4) Τὸ ἡμίφωνον j εἰς ἀρχαιοτάτους χρόνους ἐντὸς λέξεως:

α΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τοῦ λ ἀφωμοιώθη πρὸς αὐτό: (ἄγγελ-ος, ἀγγέλ- j ω) ἀγγέλλω , (ἔ-βαλ-ον, βάλ- j ω) βάλλω·

β΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τοῦ ν ἢ τοῦ ρ , ὅταν δὲν ὑπῆρχε πρὸ αὐτῶ αο , ἀφωμοιώθη κατὰ πρῶτον πρὸς αὐτά, ἔπειτα δὲ ἔγινεν ἁπλοποίησις τῶν (δύο) ννρρ εἰς ἓν νρ καὶ ἀντέκτασις τοῦ προηγουμένου ε εἰς ει καὶ τοῦ εἰς : (τέν-jω, τέννω) τείνω , (κλῐ΄ν-jω, κλῐ΄ν-νω) κλῑ΄νω , (ἀμῠ΄ν-jω, ἀμῠ΄ν-νω) ἀμῡ΄νω , (σπέρ-jω, σπέρ-ρω) σπείρω , (οἰκτῐ΄ρ - jω, οἰκτῐ΄ρ-ρω) οἰκτῑ΄ρω , (φῠ΄ρ-jω, φῠ΄ρ-ρω) φῡ΄ρω·

γ΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τῶν οὐρανικῶν ( κ, γ, χ ) καὶ σπανιώτερον κατόπιν τῶν ὀδοντικῶν τ καὶ θ , συνεχωνεύθη μὲ αὐτὰ εἰς σσττ : (φυλάκ-jω) φυλάσσωφυλάττω , (τάγ-jω) τάσσωτάττω , (τα-ράχ-jω) ταράσσωταράττω - (χαρίετ-jα) χαρίεσσα , πλάτ-jω ἢ πλάθ-jω) πλάσσω .

Σημείωσις . Εἰς μερικὰς λέξεις τὸ j μὲ τὸ πρὸ αὐτοῦ γ συνεχωνεύθη εἰς ζ : (οἰμωγ-ή, οἰμώγ-jω) οἰμώζω .

δ΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τοῦ ὀδοντικοῦ δ συνεχωνεύθη μὲ αὐτὸ εἰς ζ : (παίδ-jω) παίζω , (ἐρίδ-jω) ἐρίζω·

ε΄) εὑρισκόμενον κατόπιν ὀδοντικοῦ μὲ ν πρὸ αὐτοῦ (ἤτοι κατόπιν τοῦ ντ , νδνθ ) συνεχωνεύθη πρῶτον μὲ τὸ ὀδοντικὸν εἰς σ καὶ ἔπειτα ἔγινε ἀποβολὴ τοῦ ν , μὲ ἀντέκτασιν τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος: (πάντ-jα, πᾰ΄ν-σα) πᾶσα , (λυθέντ-jα, λυθέν-σα) λυθεῖσα , (ἑκόντ-jα, ἑκόν-σα) ἑκοῦσα· (πρβλ. § 33, 5).

5. Τροπαὶ συμφώνων

§ 37. ᾽Εντὸς μιᾶς λέξεως :

1) οὐρανικὸν ἢ χειλικὸν εὑρισκόμενον πρὸ ὀδοντικοῦ, ἐὰν εἶναι ἑτερόπνουν ( συμπνευματίζεται , ἤτοι) γίνεται ὁμόπνουν μὲ τὸ ἑπόμενον ὀδοντικὸν (§ 4, 2): ταγ-ὸς (ταγ-τὸς) τακ-τός, (ἐτάγ-θην) ἐτάχ-θην, κρύ-φα (κρυφ-τὸς) κρυπ-τός, (κρύφ-δην) κρύβ-δην. Οὕτω καὶ ἑπ-τὰ (ἀλλά: ἕβ-δομος ), ὀκ-τὼ (ἀλλὰ: ὄγ-δοος ).

Τὰ δυνατὰ δηλαδὴ συμπλέγματα οὐρανικῶν ἢ χειλικῶν μὲ ὀδοντικὰ εἰς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν εἶναι κτ, γδ, χθ - πτ, βδ, φθ.

Σημείωσις . Τῆς προθέσεως ἐκ τὸ κ δὲν συμπνευματίζεται : ἐκδέρω, ἐκθέω, ἐκφέρω, ἐκχέω κτλ.

2) Οὐρανικὸν κχ εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ μ γίνεται γ : διώκ-ω (διωκ-μὸς) διωγ-μός , βρέχ-ομαι (βεβρεχ-μένος) βεβρεγ-μένος.

Σημείωσις . Εἰς μερικὰς μεμονωμένας λέξεις διατηροῦνται τὰ συμπλέγματα κχ, χμ : ἀκμή, αἰχμή.

3) Χειλικὸν εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ μ ( ἀφομοιοῦται μὲ αὐτό, ἤτοι) γίνεται καὶ αὐτὸ μ : κόπ-ος (κόπ-μα) κόμ-μα, τρίβ-ω (τρῖβ-μα) τρῖμ-μα , γράφ-ω (γράφ-μα) γράμ-μα.

4) ᾽Οδοντικὸν εὑρισκόμενον πρὸ ὀδοντικοῦ ἢ πρὸ τοῦ μ τρέπεται εἰς σ : ψεύδ-ομαι (ἐψεύδ-θην) ἐψεύσ-θην, ᾄδ-ω (ᾀδ-μα) ᾆσ-μα, πιθ-ανὸς (πιθ -τὸς) πισ-τός.

Σημείωσις . Εἰς μερικὰς μεμονωμένας λέξεις διατηρεῖται τὸ ὀδοντικὸν πρὸ ἄλλου ὀδοντικοῦ ἢ πρὸ τοῦ μ : Ἀτθίς, Πιτθεύς, Κάδμος, πυθμήν, ἀτμός. ῾Ομοίως διατηρεῖται τὸ ττ , τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἀπὸ κj ἢ γj ἢ χj (βλ. κατωτέρω).

5) Τὸ τ τῆς συλλαβῆς τι εὑρισκόμενον κατόπιν φωνήεντος ἢ τοῦ ν εἰς πολλὰς λέξεις ἔχει τραπῆ εἰς σ : πλοῦτ-ος (πλούτ-ιος) πλούσ-ιος, ἀθάνατ-ος (ἀθανατ-ία) ἀθανασία, ἑκόντ-ες (ἑκόντ-ιος, ὲκόνσ-ιος) ἑκούσιος· (βλ. § 32, 6 καὶ § 33, 5). (Ἀλλά: αἰτία, σκότιος, ἐναντίος κτλ.).

6) Τὸ ἔνρινον ν εὑρισκόμενον

α΄) πρὸ οὐρανικοῦ ἢ πρὸ τοῦ ξ τρέπεται εἰς ἔνρινον γ : ( ἐν -κύπτω) ἐγκύπτω , (συ ν -γράφω) συγγράφω , (συ ν -χέω) συγχέω , ( ἐν -ξύω) ἐγξύω·

β΄) πρὸ χειλικοῦ ἢ πρὸ τοῦ ψ τρέπεται εἰς μ : ( ἐν -πνέω) ἐμπνέω , (συ ν -βάλλω) συμβάλλω , ( ἐν -φύομαι) ἐμφύομαι , (ἔν-ψυχος) ἔμψυχος·

γ΄) πρὸ τοῦ μ ἢ πρὸ τῶν ὑγρῶν λ, ρ ἀφομοιοῦται πρὸς αὐτά : ἐ ν -μένω) ἐμμένω , (συ ν -λέγω) συλλέγω , (συ ν -ράπτω) συρράπτω .

Σημείωσις . Εἰς τὸν παθητικὸν παρακείμενον μερικῶν ἐνρινολήκτων ῥημάτων καὶ εἰς λέξεις συγγενεῖς ἐτυμολογικῶς μὲ αὐτόν, ἀπὸ τὸ σύμπλεγνα νμ προέρχοται σμ ἀντὶ τοῦ μμ : μιαίνομαι (μεμίαν-μαι) μεμίασμαι, μίασμα-ὑφαίνομαι (ὕφαν-μαι) ὕφασμαι, ὕφασμα.

7) ῞Οταν συμβῇ δύο ἀλλεπάλληλοι συλλαβαὶ τῆς λέξεως νὰ ἀρχίζουν ἀπὸ ἄφωνον δασύ, τότε γίνεται ἀνομοίωσις , ἤτοι τῆς πρώτης συλλαβῆς τὸ δασὺ τρέπεται εἰς τὸ ἀντίστοιχόν του ψιλὸν (§ 5, 2): χορεύω - κεχόρευκα (ἐκ τοῦ χε-χόρευκα), φύω - πέφυκα (ἐκ τοῦ φέ-φυ-κα), θύω - τέθυκα (ἐκ τοῦ θέ-θυκα), ἐτέθην (ἐκ τοῦ ἐθέ-θην), θρέμμα (ἐκ τοῦ θρέφ-μα)˙ τρέφω (ἐκ τοῦ θρέφ-ω), καὶ τροφὴ (ἐκ τοῦ θροφ-ή) ἡ θρίξ, ταῖς θριξί, ἀλλὰ τριχ-ός, τρίχ-ες κτλ.

Σημείωσις . Πολλάκις παραμένει τὸ δασὺ εἱς δύο ἀλλεπαλήλους συλλαβάς μιᾶς λέξεως συμφώνως πρὸς ἄλλους συγγενεῖς τύπους αὐτῆς: ὠρθώθην (ὅπως ὀρθώσω, ὤρθωσα κλπ.), ἐθέλχθην (ὅπως θέλξω, ἔθελξα κλπ.), φάθι (ὅπως φάτω, φατὲ κλπ.).

Εἰς δὲ τὸ β΄ ἑνικὸν πρόσωπον τῆς προστακτικῆς τοῦ παθητικοῦ ἀορίστου α΄ τρέπεται οὐχὶ τῆς πρώτης, ἀλλὰ τῆς δευτέρας συλλαβῆς τὸ δασὺ εἰς ψιλόν: ἐλύθην, λύθητι (ἐκ τοῦ λύθηθι).

Αρχή Κεφαλαίου
Αρχή Υποκεφαλαίου
Περιεχόμενα

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΤΥΠΟΛΟΓΙΚΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄

ΓΕΝΙΚΟΙ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ

1. Μέρη τοῦ λόγου

§ 38. 1) Τὰ μέρη τοῦ λόγου (ἤτοι τὰ εἴδη τῶν λέξεων) ἐν τῇ ἀρχαίᾳ γλώσση, ὅπως καὶ ἐν τῆ νέᾳ εἶναι δέκα : ἄρθρον , (ὄνομα) οὐσιαστικόν , (ὄνομα) ἐπίθετον, ἀντωνυμία, μετοχή, ῥῆμα, ἐπίρρημα, πρόθεσις, σύνδεσμος καὶ ἐπιφώνημα .

2) Ἀπὸ τὰ δέκα μέρη τοῦ λόγου τὰ ἕξ, ἤτοι τὸ ἄρθρον, τὸ οὐσιαστικόν, τὸ ἐπίθετον, ἡ ἀντωνυμία, ἡ μετοχὴ καὶ τὸ ῥῆμα, λέγονται κλιτά , διότι κλίνονται, ἤτοι ἕκαστον ἐξ αὐτῶν παρουσιάζεται εἰς τὸν λόγον ὑπὸ διαφόρους μορφὰς (π.χ. θεός, θεοῦ, θεὸν κτλ. - λύω, λύεις, λύει κτλ.)· τὰ δὲ λοιπὰ τέσσαρα λέγονται ἄκλιτα , διότι δὲν κλίνονται, ἤτοι ἕκαστον ἐξ αὐτῶν παρουσιάζεται εἰς τὸν λόγον πάντοτε ὑπὸ τὴν αὐτὴν μορφὴν (π.χ. ἐκεῖ, ὑπέρ, καί, φεῦ ).

§ 39. Αἱ διάφοροι μορφαί, ὑπὸ τὰς ὁποίας παρουσιάζεται εἰς τὸν λόγον ἑκάστη κλιτὴ λέξις, λέγονται τύποι αὐτῆς (π.χ, ἥρως, ἥρωος, ἥρωα κτλ. - λέγω, λέγεις κτλ.).

1) Τὸ πρὸς τὸ τέλος μεταβλητὸν μέρος μιᾶς κλιτῆς λέξεως λέγεται κατάληξις αὐτῆς (π.χ. -ς, -ος, -α κτλ, -ω, -εις, -ει κτλ.). Τὸ δὲ πρὸς τὴν ἀρχὴν ἀμετάβλητον μέρος τῆς κλιτῆς λέξεως λέγεται θέμα (π,χ. ἥρω- λέγ- ) .

2) Ὁ τελευταῖος φθόγγος τοῦ θέματος (φωνῆεν ἢ σύμφωνον) λέγεται χαρακτὴρ αὐτοῦ (π.χ τὸ ω τοῦ θέματος ἥρω- , τὸ γ τοῦ θέματος λέγ- ).

2. Πτώσεις

§ 40. Ἀπὸ τὰ κλιτὰ μέρη τοῦ λόγου τὰ πέντε, ἤτοι τὸ ἄρθρον, τὸ οὐσιαστικόν, τὸ ἐπίθετον, ἡ ἀντωνυμία καὶ ἡ μετοχή, λέγονται πτωτικά , διότι ἔχουν πτώσεις .

Πτώσεις λέγονται οἱ τύποι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους παρουσιάζεται πᾶν πτωτικον.

Αἱ πτώσεις εἰς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν εἶναι πέντε : ἠ ὁνομαστική , ἡ γενική , ἡ δοτική , ἡ αἰτιατικὴ καὶ ἡ κλητική .

1) ᾽Ονομαστικὴ λέγεται ἡ πτῶσις, τὴν ὁποίαν μεταχειριζόμεθα ἀπαντῶντες εἰς τὴν ἐρώτησιν: τίς ; (Τίς ἦλθεν; Ὁ Παῦλος ).

2) Γενική λέγεται ἡ πτῶσις, τὴν ὁποίαν μεταχειριζόμεθα ἀπαντῶντες εἰς τὴν ἐρώτησιν: τίνος ; (Τίνος εἶναι τὸ βιβλίον: Τοῦ Παύλου).

3) Δοτικὴ λέγεται ἡ πτῶσις, τὴν ὁποίαν μεταχειριζόμεθα ἀπαντῶντες εἰς τὴν ἐρώτησιν: εἰς τίνα ; ( σὲ ποιόν ;). (Εἰς τίνα ἔδωκε τὸ βιβλίον; Τῷ Παύλῳ = εἰς τὸν Παῦλον).

4) Αἰτιατικὴ λέγεται ἡ πτῶσις, τὴν ὁποίαν μεταχειριζόμεθα ἀπαντῶντες εἰς τὴν ἐρώτησιν: τίνα; ( ποιόν; ) . ( Τίνα εἶδες; Τὸν Παῦλον ) .

5) Κλητικὴ λέγεται ἡ πτῶσις, τὴν ὁποίαν μεταχειριζόμεθα, ὅταν θέλωμεν νὰ καλέσωμέν τινα: Παῦλε, ἰατρέ.

Σημείωσις . ᾽Εκ τῶν πτώσεων ἡ ὀνομαστικὴ καὶ ἡ κλητικὴ λέγονται μὲ ἕν ὅνομα ὀρθαὶ πτώσεις, ἡ δὲ γενική, ἡ δοτικὴ καὶ ἡ αἱτιατικὴ λέγονται πλάγιαι πτώσεις.

3. Γένος, ἀριθμὸς, κλίσις

§ 41. Τὰ πτωτικά, ἐκτὸς τῶν πτώσεων, ἔχουν προσέτι γένος , ἀριθμὸν καὶ κλίσιν .

1) Τὰ γένη τῶν πτωτικῶν εἶναι τρία, ἀρσενικόν , θηλυκὸν καὶ οὑδέτερον : ὁ μαθητής, ἡ μαθήτρια, τὸ δένδρον.

Σημείωσις . Τὸ γραμματικὸν γένος ἑνὸς πτωτικοῦ διακρίνεται συνήθως ἐκ τῆς καταλήξεως αὐτοῦ: οἴκ - ος, οἰκ - ία, μῆλ - ον . Κανονικῶς ὅμως τὸ γραμματικὸν γένος ἑκάστου πτωτικοῦ διακρίνεται ἐκ τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προτάσσεται αὐτοῦ· καὶ ἀρσενικὰ μὲν εἶναι τὰ πτωτικά, τῶν ὁποίων δύναται νὰ προτάσσεται τὸ ἄρθρον , θηλυκὰ ἐκεῖνα,τῶν ὁποίων δύναται νὰ προτάσσεται τὸ ἄρθρον , καὶ οὐδέτερα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων δύναται νὰ προτάσσεται τὸ ἄρθρον τό: λίθος, ῥάβδος, τὸ κοράσιον.

Δὲν συμφωνεῖ δὲ πάντοτε τὸ γραμματικὸν γένος πρὸς τὸ φυσικόν, ἤτοι δύναται ἕν ὅνομα νὰ εἶναι γραμματικῶς γένους ἀρσενικοῦ ἢ θηλυκοῦ, ἐνῷ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ σημαινόμενον ὄν εἶναι φυσικῶς γὲνους οὐδετέρου ( ὁ λίθος, ἡ ῥάβδος )˙ καὶ ἀντιστρόφως δύναται ἕν ὅνομα νὰ εἶναι γραμματικῶς γένους οὐδετέρου, ἐνῷ τὸ ὑπ᾽ αὐτοῦ σημαινόμεμενον ὄν εἶναι φυσικῶς ἀρσενικοῦ ἢ θηλυκοῦ γένους (τὸ μειράκιον = ὁ νέος, τὸ κοράσιον = ἡ κόρη).

2) Οἱ ἀριθμοὶ εἰς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν εἶναι τρεῖς, ὁ ἐνικὸς , ὅστις δηλοῖ ἕν ὄν, ὁ πληθυντικός , ὅστις δηλοῖ πολλὰ ὅντα, καὶ ὁ δυϊκός , ὅστις δηλοῖ δύο ὄντα: τὼ ὀφθαλμὼ (= οἱ δύο ὀφθαλμοί).

3) Αἱ κλίσεις εἶναι τρεῖς, ἡ πρώτη , ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη .

Σημείωσις . ῾Η πτῶσις, τὸ γένος, ὁ ἀριθμὸς καὶ ἡ κλίσις λέγονται παρεπόμενα (ἤτοι παρακολουθήματα) τῶν πτωτικῶν.

4. Τὸ ἄρθρον

§ 42. ῾Η ἀρχαία γλῶσσα ἔχει μόνον τὸ ὁριστικὸν ἄρθρον ὁ, ἡ, τὸ . Τοῦτο κλίνεται ὡς ἑξῆς :

῾Ενικὸς Πληθυντικὸς

Ἀρσ. Θηλ. Οὐδ. Ἀρσ. Θηλ. Οὐδ.

ὀν. ὁ ἡ τὸ οἱ αἱ τὰ

γεν. τοῦ τῆς τοῦ τῶν τῶν τῶν

δοτ. τῷ τῇ τῷ τοῖς ταῖς τοῖς

αἰτ. τὸν τὴν τὸ τοὺς τὰς τὰ

(Δυϊκός : ὀνομ καὶ αἰτ. τώ , γεν. καὶ δοτ τοῖν καὶ διὰ τὰ τρία γένη. Σπανιώτεροι τύποι τοῦ θηλυκοῦ προσέτι εἶναι : τά, ταῖν ).

Σημείωσις . Τὸ ἄρθρον δὲν ἔχει κλητικῆν. Τῆς δὲ κλητικῆς τῶν ὀνομάτων προτάσσεται συνήθως τὸ ἐπιφώνημα ὦ, τὸ ὁποῖον ἔνεκα τούτου καλεῖται κλητικὸν ἐπιφώνημα.

Αρχή Κεφαλαίου
Αρχή Υποκεφαλαίου
Περιεχόμενα

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄

ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ

1. Ὁρισμὸς καὶ διαίρεσις τῶν οὐσιαστικῶν

§ 43. Ὀνόματα οὐσιαστικὰ λέγονται αἱ λέξεις, αἱ ὁποῖα σημαίνουν ὄντα, ἤτοι πρόσωπα, ζῷα ἢ πράγματα, πρᾶξιν, κατάστασιν ἢ ἰδιότητα.

1) Τὰ οὐσιαστικά, τὰ ὁποῖα σημαίνουν πρόσωπα, ζῷα ἢ πράγματα, λέγονται συγκεκριμένα : Ἀριστοτέλης, θεός, λέων, τράπεζα.

2) Τὰ οὐσιαστικά, τὰ ὁποῖα σημαίνουν πρᾶξιν, κατάστασιν ἢ ἰδιότητα, λέγονται ἀφῃρημένα : θυσία, ἠρεμία, λευκότης .

§ 44. Τὰ συγκεκριμένα οὐσιαστικὰ λέγονται :

1) ὀνόματα κύρια , ὅταν σημαίνουν ἕν μόνον ὡρισμένον πρόσωπον ἢ ζῷον ἢ πρᾶγμα: Περικλῆς, Βουκεφάλας, Σπάρτη, Πίνδος·

2) ὀνόματα προσηγορικά , ὅταν σημαίνουν ἕν σύνολον ὁμοειδῶν προσώπων ἢ ζῴων ἢ πραγμάτων: μαθητής, ἵππος, ὄρος.

2. Γένος τῶν οὐσιαστικῶν

§ 45. Τὰ πλεῖστα οὐσιαστικὰ ἔχουν ἕνα μόνον τύπον καὶ ἕν μόνον γένος : ὁ ἀνήρ, ἡ γυνή, τὸ τέκνον - ὁ κύων, ἡ θύρα, τὸ ξύλον.

Τὰ τοιαῦτα οὐσιαστικὰ καλοῦνται μονοκατάληκτα καὶ μονογενῆ , ἐὰν δὲ εἶναι ὀνόματα ζῴων, καλοῦνται ἐπίκοινα : ὁ ἱέραξ, ἡ γαλῆ.

Ἀπὸ τὰ οὐσιαστικὰ ὅμως, τὰ ὁποῖα σημαίνουν ζῶντα ὄντα :

1) πολλὰ ἔχουν ἕνα μόνον τύπον, ἀλλὰ δύο γένη, ἀρσενικὸν καὶ θηλυκόν: ὁ παῖς - ἡ παῖς, ὁ ἵππος - ἡ ἵππος, ὁ βοῦς - ἡ βοῦς˙ ταῦτα καλοῦνται μονοκατάληκτα καὶ διγενῆ ἢ κοινοῦ - γένους˙

2) πολλὰ ἔχουν δύο τύπους, ἕνα διὰ τὸ ἀρσενικὸν γένος καὶ ἕνα διὰ τὸ θηλυκόν: ὁ μαθητὴς - ἡ μαθήτρια, ὁ ἱερεὺς - ἡ ἱέρεια, ὁ λέων - ἡ λέαινα. Ταῦτα λέγονται δικατάληκτα καὶ διγενῆ .

Σημείωσις . Τῶν ἐπικοίνων οὐσιαστικῶν τὸ φυσικὸν γένος καθορίζεται, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, διὰ τῶν ἐπιθέτων ὁ ἄρρην - ἡ ἄρρην, ὁ θῆλυς - ἡ θήλεια, ὁ ἄρρην ἀετός, ἡ ἄρρην ἀλώπηξ - ὁ θῆλυς ἀετός, ἠ θήλεια ἀλώπηξ (πρβλ. καὶ νῦν: ἀρσενικὸς - θηλυκὸς ἀετός, ἀρσενικὴ - θηλυκὴ ἀλεποῦ).

3. Κλίσις τῶν οὐσιαστικῶν

Ι. Πρώτη κλίσις

1. Ἀσυναίρετα

§ 46. Κατὰ τὴν πρώτην κλίσιν κλίνονται ὀνόματα ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ μόνον· ἀρσενικά, τὰ ὁποῖα λήγουν εἰς -ας-ης , καὶ θηλυκὰ εἰς - α-η.

α. Παραδείγματα ἀρσενικῶν

῾Ενικὸς

(θ. ταμια-) (θ. Ἀτρειδα-) (θ. βουλευτα-)

ὀν. ὁ ταμίας Ἀτρείδης βουλευτὴς

γεν. τοὗ ταμίου Ἀτρείδου βουλευτοῦ

δοτ. τῷ ταμίᾳ Ἀτρείδῃ βουλευτῇ

αἰτ. τὸν ταμίαν Ἀτρείδην βουλευτὴν

κλητ. ὦ ταμία Ἀτρείδη βουλευτὰ

Πληθυντικὸς

ὀν. οἱ ταμίαι Ἀτρεῖδαι βουλευταὶ

γεν. τῶν ταμιῶν Ἀτρειδῶν βουλευτῶν

δοτ. τοῖς ταμίαις Ἀτρείδαις βουλευταῖς

αἰτ. τοὺς ταμίας Ἀτρείδας βουλευτὰς

κλητ. ὦ ταμίαι Ἀτρεῖδαι βουλευταὶ

β. Παραδείγματα θηλυκῶν

῾Ενικὸς

(θ. μαχαιρα-) (θ. φρουρα-) (θ. μουσα-)

ὀν. ἡ μάχαιρα φρουρὰ μοῦσα

γεν. τῆς μαχαίρας φρουρᾶς μούσης

δοτ. τῇ μαχαίρᾳ φρουρᾷ μούσῃ

αἰτ. τὴν μάχαιραν φρουρὰν μοῦσαν

κλητ ὦ μάχαιρα φρουρὰ μοῦσα

Πληθυντικὸς

ὀν. αἱ μάχαιραι φρουραὶ μοῦσαι

γεν. τῶν μαχαιρῶν φρουρῶν μουσῶν

δοτ. ταῖς μαχαίραις φρουραῖς μούσαις

αἱτ. τὰς μαχαίρας φρουρὰς μούσας

κλητ. ὦ μάχαιραι φρουραὶ μοῦσαι

῾Ενικὸς Πληθυντικὸς

(θ. νυμφα-) (θ. τιμα-)

ὀν. ἡ νύμφ η τιμὴ αἱ νύμφαι τιμαὶ

γεν. τῆς νύμφ ης τιμῆς τῶν νυμφῶν τιμῶν

δοτ. τῆ νύμφ τιμῆ ταῖς νύμφαις τιμαῖς

αἰτ. τὴν νύμφ ην τιμὴν τὰς νύμφας τιμὰς

κλητ. ὦ νύμφ η τιμὴ ὦ νύμφαι τιμαὶ

§ 47. Φαινομενικαὶ καταλήξεις τῶν πρωτοκλίτων

῾Ενικὸς Πληθυντικὸς

Ἀρσενικὸν Θηλυκὸν Ἀρσ. καὶ Θηλ.

ὀν. -ᾱς ἢ -ης -ᾱ ἢ -ᾰ ἢ -η -αι

γεν. -ου -ᾱς ἢ -ης -ῶν

δοτ. -ᾳ ἢ -ῃ -ᾳ ἢ -ῃ -αις

αἰτ. -ᾱν ἢ -ην -ᾱν ἢ -ᾰν ἢ -ην -ᾱς

κλητ. -ᾱ ἢ -η ἢ ᾰ -ᾱ ἢ -ᾰ ἢ -η -αι

Σημείωσις . Αἱ καταλήξεις αὖται προῆλθον ἐκ συγχωνεύσεως τῶν ἀρχικῶν κυρίως καταλήξεων μετὰ τοῦ χαρακτῆρος, ὁ ὁποῖος εἰς τὰ πρωτόκλιτα εἶναι αη π.χ. ἡ κατάληξις τῆς ἑνικ. ὀνομαστικῆς - ας προῆλθεν ἐκ συγχωνεύσεως τοῦ χαρακτῆρος α μετὰ τῆς κυρίως καταλήξεως , ἡ κατάληξις τῆς πληθ. γενικῆς - ῶν ἐκ συγχωνεύσεως τοῦ χαρακτῆρος α μετὰ τῆς κυρίως καταλήξεως - ων , ἡ κατάληξις τῆς πληθ. αἰτιατικῆς - ας ἐκ συγγωνεύσεως τοῦ χαρακτῆρος α μετὰ τῆς κυρίως καταλήξεως -νς (-ανς = ᾶς)· (πρβλ. § 33,6).

Παρατηρήσεις

§ 48. Τὰ πρωτόκλιτα ὀνόματα :

1) εἰς τὸν πληθυντικὸν (καὶ τὸν δυϊκὸν) ἔχουν πάντα τὰς ἰδίας καταλήξεις·

2) τὸ α εἰς τὴν κατάληξιν -ᾱς (καθὼς καὶ εἰς τὴν κατάληξιν τοῦ δυϊκοῦ) τὸ ἔχουν πάντοτε μακρόν: ὁ ὀρνιθοθήρᾱς, τοὺς Ἀτρείδᾱς, τῆς χώρᾱς, τὰς σφαίρᾱς (τὼ Ἀτρεί-δᾱ, τὼ μούσᾱ)·

3) εἰς τὴν γενικὴν τοῦ πληθυντικοῦ τονίζονται ἐπὶ τῆς ληγούσης καὶ περισπῶνται: τῶν Ἀτρειδῶν, τῶν γεφυρῶν, τῶν σφαιρῶν, ἀλλά : οἱ ἐτησίαι = τὰ μελτέμια, τῶν ἐτησίων ˙ (βλ. καὶ § 16, 6, 7 καὶ 8).

§ 49. Ἀπὸ τὰ ἀρσενικὰ πρωτόκλιτα ὀνόματα, τὰ ὁποῖα λήγουν εἰς - ης , σχηματίζουν τὴν κλητικὴν τοῦ ἑνικοῦ εἰς ᾰ

1) τὰ ἐθνικά: ὦ Πέρσα, ὦ Σκύθα·

2) τὰ εἰς - της : ὦ πολῖτα, ὦ δικαστὰ - δεσπότης , ὦ δέσποτα .

3) τὰ εἰς -άρχης, -μέτρης, -πώλης, τρίβης, -ώνης κλπ. (ἤτοι τὰ σύνθετα μὲ δεύτερον συνθετικὸν ῥῆμα): ὦ γυμνασιάρχα, ὦ γεωμέτρα, ὦ παντοπῶλα, ὦ παιδοτρίβα, ὦ τελῶνα.

§ 50. Τῶν θηλυκῶν πρωτοκλίτων εἰς - α τὸ α τοῦτο, ἐὰν μὲν πρὸ αὐτοῦ ὑπάρχῃ φωνῆεν ἢ ρ , λέγεται καθαρὸν α ( οἰκί-α, ὥρ-α ), ἐὰν δὲ πρὸ αὐτοῦ ὑπάρχῃ σύμφωνον, πλὴν τοῦ ρ , λέγεται μὴ καθαρὸν α ( ῥίζ-α, μοῦσ-α, ἄκανθ-α).

Κατὰ κανόνα τῶν θηλυκῶν πρωτοκλίτων ὀνομάτων :

1) τὸ καθαρὸν α εἶναι μακρόν: βασιλείᾱ, θήρᾱ·

2) τὸ μὴ καθαρὸν α εἶναι βραχὺ καὶ εἰς τὴν γενικὴν καὶ δοτικὴν τοῦ ἑνικοῦ τοῦτο τρέπεται εἰς η : γλῶσσᾰ (γλώσσης, γλώσσῃ), μᾶζᾰ (μάζης, μάζῃ).

Σημείωσις 1. Τὸ καθαρὸν α εἶναι βραχύ :

1) εἰς τὰ προπαροξύτονα ὀνόματα, ὡς εὐσέβεια, ἀλήθεια, Φώκαια, Χαιρώνεια, εὔνοια κτλ.·

2) εἰς τὰ ὀνόματα γραῖα, μαῖα, μυῖα·

3) εἰς τὰ ἑξῆς εἰς - ρα δισύλλαβα ὀνόματα: μοῖρα, πεῖρα, πρῷρα, σφαῖρα καὶ σφῦρα .

Σημείωσις 2. Εἰς τὴν αἰτιατικὴν καὶ κλητικὴν τοῦ ἑνικοῦ τὸ α εἶναι μακρὸν ἢ βραχύ, ὅπως εἰς τὴν ἐνικὴν ὀνομαστικήν: (ἡ χώρᾱ) τὴν χώρᾶν, ὦ χώρᾱ, (ἡ γλῶσσᾰ) τὴν γλῶσσᾰν - ὦ γλῶσσᾰ .

2. Συνῃρημένα

§ 51. Τῶν πρωτοκλίτων οὐσιαστικῶν, ὅσα εἶχον ἀρχῆθεν πρὸ τοῦ χαρακτῆρος α τοῦ θέματος ἄλλο αε , τὰ πλεῖστα ἔπαθον συναίρεσιν, διὸ καλοῦνται συνῃρημένα πρωτόκλιτα ὀνόματα : (Ἀθηνάα) Ἀθηνᾶ , (μνάα) μνᾶ , (῾Ερμέας) ῾Ερμῆς , (γέα) γῆ .

Παραδείγματα

῾Ενικὸς

(θ. ῾Ερμεα-, ῾Ερμη-) (θ. μναα-, μνα-) (θ. γαλεα-, γαλη-)

ὀν. ὁ ῾Ερμῆς ἡ μνᾶ ἡ γαλῆ

γεν. τοῦ Ἑρμοῦ τῆς μνᾶς τῆς γαλῆς

δοτ. τῷ Ἑρμῇ τῆ μνᾷ τῇ γαλῆ

αἰτ. τὸν Ἑρμῆν τὴν μνᾶν τὴν γαλῆν

κλητ. ὦ ῾Ερμῆ ὦ μνᾶ ὦ γαλῆ

Πληθυντικὸς

ὀν. οἱ ῾Ερμαῖ αἱ μναῖ γαλαῖ

γεν. τῶν ῾Ερμῶν τῶν μνῶν γαλῶν

δοτ. τοῖς ῾Ερμαῖς ταῖς μναῖς γαλαῖς

αἰτ. τοὺς ῾Ερμᾶς τὰς μνᾶς γαλᾶς

κλητ. ὦ ῾Ερμαῖ ὦ μναῖ γαλαῖ

§ 52. Τὰ συνῃρημένα πρωτόκλιτα ὀνόματα˙

1) ἔχουν καὶ μετὰ τὴν συναίρεσιν τὰς καταλήξεις τῶν ἀσυναιρέτων, πλὴν ὅτι τὸ εα εἰς τὸν ἑνικὸν τὸ συναιροῦν εἰς η : ὁ ῾Ερμέας - ῾Ερμῆς· ἐνῷ : τοὺς ῾Ερμέ-ας ῾Ερμᾶς˙

2) εἶναι εἰς ἁπάσας τὰς πτώσεις περισπώμενα· (βλ- § 16, 9).

Σημείωσις . Τὸ ὅνομα ὁ βορέας λαμβάνεται εἰς ἁπάσας τὰς πτώσεις καὶ ἀσυναιρέτως καὶ συνῃρημένως, ἀλλὰ συνῃρημένον ἐκφέρεται μὲ διπλοῦν ρ : ὁ βορέας - ὁ βορρᾶς , τοῦ βορέου - τοῦ βορρᾶ , τῷ βορέᾳ - τῷ βορρᾷ κτλ.

ΙΙ. Δευτέρα κλίσις

1. Ἀσυναίρετα

§ 53. Ἡ δευτέρα κλίσις περιλαμβάνει ὀνόματα καὶ τῶν τριῶν γενῶν, ἀρσενικὰ καὶ θηλυκά, τὰ ὁποῖα λήγουν εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν εἰς - ος , καὶ οὐδέτερα, τὰ ὁποῖα λήγουν εἰς - ον .

α. Παραδείγματα ἀρσενικῶν καὶ θηλυκῶν

῾Ενικὸς

(θ. ἄνθρωπο -) (θ. ἰατρο-) (θ. ψηφο-) (θ. ὁδο -)

ὀν. ὁ ἄνθρωπ ος ἰατρὸς ἡ ψῆφος ὁδὸς

γεν. τοῦ ἀνθρώπ ου ἰατροῦ τῆς ψήφου ὁδοῦ

δοτ. τῷ ἀνθρώπ ἰατρῷ τῇ ψήφῳ ὁδῷ

αἰτ. τὸν ἄνθρωπ ον ἰατρὸν τὴν ψῆφον ὁδὸν

κλητ. ὦ ἄνθρωπ ε ἰατρὲ ὦ ψῆφε ὁδὲ

Πληθυντικὸς

ὀν. οἱ ἄνθρωπ οι ἰατροὶ αἱ ψῆφοι ὁδοὶ

γεν. τῶν ἀνθρώπ ων ἰατρῶν τῶν ψήφων ὁδῶν

Δοτ. τοῖς ἀνθρώπ οις ἰατροῖς ταῖς ψήφοις ὁδοῖς

αἰτ. τοὺς ἀνθρώπ ους ἰατροὺς τὰς ψήφους ὁδοὺς

κλητ. ὦ ἄνθρωπ οι ἰατροὶ ὦ ψῆφοι ὁδοὶ

Παραδείγματα οὑδετέρων

῾Ενικὸς Πληθυντικὸς

(θ. ποτήριο-) (θ, φυτο-)

ὀν. τὸ ποτήρι ον φυτὸν τὰ ποτήρι α φυτὰ

γεν. τοῦ ποτηρί ου φυτοῦ τῶν ποτηρί ων φυτῶν

δοτ. τῷ ποτηρί φυτῷ τοῖς ποτηρί οις φυτοῖς

αἰτ. τὸ ποτήρι ον φυτὸν τὰ ποτήρι α φυτὰ

κλητ. ὦ ποτήρι ον φυτὸν ὦ ποτήρι α φυτὰ

54. Φαινομενικαὶ καταλήξεις τῶν δευτεροκλίτων

῾Ενικὸς Πληθυντικὸς

Ἀρσ. καὶ Θηλ. 0ὐδέτ. Ἀρσ. καὶ θηλ. Οὐδέτ.

ὀν. -ος -ον -οι -ᾰ

γεν. -ου -ου -ων -ων

δοτ. -ῳ -ῳ -οις -οις

αἰτ. -ον -ον -ους -ᾰ

κλητ. -ε -ον -οι -ᾰ

Σημείωσις . Αἱ καταλήξεις αὖται προῆλθον ἐκ συγχωνεύσεως τῶν ἀρχικῶν κυρίως καταλήξεων μετὰ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ θέματος, ὁ ὁποῖος εἰς τά δευτερόκλιτα εἶναι ο (ἢ ε )· π.χ. ἡ κατάληξις - οςον προῆλθεν ἐκ συγχωνεύσεως τοῦ χαρακτῆρος ο μετὰ τῆς κυρίως καταλήξεως - ς ἢ - ν , ἡ κατάληξις - ους ἐκ συγχωνεύσεως τοῦ χαρακτῆρος ο μετὰ τῆς κυρίως καταλήξεως - νς (-ονς = ους· βλ. § 33,6).

Παρατηρήσεις

§ 55. Τῶν δευτεροκλίτων ὀνομάτων :

1) τῶν ἀρσενικῶν καὶ τῶν θηλυκῶν αἱ καταλήξεις εἶναι αἱ ἴδιαι εἰς πάσας τὰς πτώσεις·

2) τῶν οὐδετέρων αἱ καταλήξεις διαφέρουν ἀπὸ τὰς καταλήξεις τῶν ἀρσενικῶν καὶ τῶν θηλυκῶν εἰς τὴν ὀνομαστικὴν καὶ τὴν κλητικὴν τοῦ ἑνικοῦ καὶ εἰς τὴν ὀνομαστικήν, αἰτιατικὴν καὶ κλητικὴν τοῦ πληθυντικοῦ.

§ 56. 1) Τὰ οὐδέτερα (οἱασδήποτε κλίσεως) ἔχουν τρεῖς πτώσεις ὁμοίας, ἤτοι τὴν ὀνομαστικήν, τὴν αἰτιατικὴν καὶ τὴν κλητικήν.

2) ῾Η κατάληξις α εἰς τὰ οὐδέτερα εἶναι βραχεῖα : τὰ δῶρᾰ, τὰ μῆλᾰ (τὰ ποιήματᾰ) · (βλ. καὶ § 16, 2 - 8).

2. Συνῃρημένα

§ 57. Ἀπὸ τὰ δευτερόκλιτα οὐσιαστικά, ὅσα εἶχον ἀρχῆθεν πρὸ τοῦ χαρακτῆρος ο τοῦ θέματος ἄλλο οε , τὰ πλεῖστα ἔπαθον συναίρεσιν, διὸ καλοῦνται συνῃρημένα δευτερόκλιτα ὁνόματα : (νόος) νοῦς , (ὀστέον) ὀστοῦν· (πρβλ. § 51).

Παραδείγματα

῾Ενικὸς

(θ. ἐκπλοο-, ἐκπλου-) (θ. ῥοο-, ῥου) (θ. προχοο-, προχου-) (θ.ὀστεο-, ὀστοῦ-)

ὀν. ὁ ἔκπλους ῥοῦς ἡ πρόχους τὸ ὀστοῦν

γεν. τοῦ ἔκπλου ῥοῦ τῆς πρόχου τοῦ ὀστοῦ

δοτ. τῷ ἔκπλῳ ῥῷ τῆ πρόχῳ τῷ ὀστῷ

αἰτ. τὸν ἔκπλουν ῥοῦν τὴν πρόχουν τὸ ὀστοῦν

Πληθυντικος

ὀν. οἱ ἔκπλοι ῥοῖ αἱ πρόχοι τὰ ὀστᾶ

γεν. τῶν ἔκπλων ῥῶν τῶν πρόχων τῶν ὀστῶν

δοτ. τοῖς ἔκπλοις ῥοῖς ταῖς πρόχοις τοῖς ὀστοῖς

αἰτ. τοὺς ἔκπλους ῥοῦς τὰς πρόχους τὰ ὀστᾶ

Παρατηρήσεις

§ 58 . Τὰ συνῃρημένα δευτερόκλιτα ὀνόματα :

1) ἔχουν καὶ μετὰ τὴν συναίρεσιν τὰς καταλήξεις τῶν ἀσυναιρέτων, πλὴν ὅπου τὰ ἀσυναίρετα ἔχουν εἰς τὴν κατάληξιν, οε , ταῦτα ἔχουν ου (τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς συναιρέσεως τοῦ ο + οε + ο

2) τονίζονται εἰς πάσας τὰς πτώσεις εἰς τὴν συλλαβήν, εἰς τὴν ὁποίαν τονίζεται ἡ ἑνικὴ ὀνομαστικὴ (τὰ σύνθετα παρὰ τὸν κανόνα § 25

3) δὲν ἔχουν κλητικὴν (οὐδὲ δυϊκὸν ἀριθμόν).

3. Ἀττικόκλιτα

§ 59. Μερικὰ ὀνόματα τῆς δευτέρας κλίσεως λήγουν οὐχὶ εἰς -ος, -ον, ἀλλὰ εἰς - ως , - ων : ὁ Ἄθως, ἡ ἅλως, ὁ νεώς . Ταῦτα λέγονται ἀττικόκλιτα , διότι τὰ μετεχειρίζοντο πρὸ πάντων οἱ ὁμιλοῦντες τἠν Ἀττικὴν διάλεκτον.

Παραδείγματα

῾Ενικὸς

(θ. νεω-) (θ. Μενελεω-) (θ. ἁλω-) (θ. ἀνωγεω-)

ὀν. ὁ νεὼς Μενέλεως ἡ ἅλως τὸ ἀνώγεων

γεν. τοῦ νεὼ Μενέλεω τῆς ἅλω τοῦ ἀνώγεω

δοτ. τῷ νεῲ Μενέλεῳ τῇ ἅλῳ τῷ ἀνώγεῳ

αἰτ. τὸν νεὼν Μενέλεων τὴν ἅλω τὸ ἀνώγεων

κλητ. ὦ νεὼς Μενέλεως ὦ ἅλως ὦ ἀνώγεων

Πληθυντικὸς

ὀν. οἱ νεῲ - αἱ ἅλῳ τὰ ἀνώγεω

γεν. τῶν νεὼν - τῶν ἅλων τῶν ἀνώγεων

δοτ. τοῖς νεῲς - ταῖς ἅλῳς τοῖς ἀνώγεῳς

αἰτ. τοὺς νεὼς - τὰς ἅλως τὰ ἀνώγεω

κλητ. ὦ νεῲ - ὦ ἅλῳ ὦ ἀνώγεω

Παρατηρήσεις

§ 60. Τὰ ἀττικόκλιτα ὀνόματα :

1) ἔχουν εἰς τὰς καταλήξεις πασῶν τῶν πτώσεων ω · ὑπὸ τοῦτο δὲ τὸ ὑπάρχει ι ὑπογεγραμμένον, ὅπου ἡ ἀντίστοιχος κατάληξις τῶν κοινῶν δευτεροκλίτων ὀνομάτων ἔχει ι : τῷ νεῲ (τῷ θεῷ), οἱ νεῲ (οἱ ναοί)·

2) ἔχουν τὴν ἑνικὴν κλητικὴν ὁμοίαν μὲ τὴν ὀνομαστικήν˙

3) τονίζονται εἰς πάσας τὰς πτώσεις ὅπου καὶ ὅπως ἡ ἑνικὴ ὀνομαστική: ὁ λεώς, τοῦ λεὼ - ὁ Δεξίλεως, τοῦ Δεξίλεω - ὁ ταῶς, τοῦ ταῶ κλπ.

Σημείωσις . Μερικὰ ἀττικόκλιτα ὀνόματα σχηματίζουν τὴν ἑνικὴν αἰτιατικὴν χωρὶς τὸ τελικὸν ν: τὸν Ἄθω, τὴν ἅλω, τὴν ἕω, τὴν Κῶ, τὸν Μίνω (κατὰ τὴν τρίτην κλίσιν).

ΙΙΙ. Τρίτη κλίσις

Εἰσαγωγικαὶ παρατηρήσεις

§ 61. ῾Η τρίτη κλίσις περιλαμβάνει ὀνόματα καὶ τῶν τριῶν γενῶν (ὅπως καὶ ἡ δευτέρα κλίσις).

Τὰ τριτόκλιτα ὀνόματα λήγουν εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν εἰς ἕν τῶν φωνηέντων α, ι, υ, ω ἢ εἰς ἕν ῶν ληκτικῶν συμφώνων (ν, ρ, ς, ξ, ψ) , εἰς δὲ τὴν ἑνικὴν γενικὴν εἰς -ος (καὶ σπανιώτερον εἰς -ως-ους ).

§ 62 . Τὰ τριτόκλιτα ὀνόματα λέγονται περιττοσύλλαβα , διότι κανονικῶς εἰς τὰς ἄλλας πτώσεις ἔχουν μίαν συλλαβὴν περισσοτέρα τῆς ἑνικῆς ὀνομαστικῆς (καὶ κλητικῆς).

§ 63. 1) Τὰ ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ τριτόκλιτα ὀνόματα, ἄλλα μὲν σχηματίζουν τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν μὲ τὴν κατάληξιν - ς , καὶ ταῦτα λέγονται καταληκτικὰ ( στάχυ-ς, γίγα-ς ), ἄλλα δὲ τὴν σχηματίζουν ἄνευ καταλήξεως, καὶ ταῦτα λέγονται ἀκατάληκτα ( λιμήν, γέρων

2) τὰ οὐδέτερα τριτόκλιτα ὀνόματα δὲν ἔχουν καμμίαν κατάληξιν εἰς τὴν ὀνομαστικὴν, αἰτιατικὴν καὶ κλητικήν.

§ 64. Ἐκ τῶν τριτοκλίτων ὀνομάτων :

1) ἄλλα μὲν εἶναι μονόθεμα , ἤτοι σχηματίζονται ἀπὸ ἓν θέμα πάσας τὰς πτώσεις ( σωλήν, σωλῆνος κλπ.), ἄλλα δὲ εἶναι διπλόθεμα , ἤτοι σχηματίζονται ἀπὸ δύο θέματα ( λιμήν, λιμένος κλπ,)·

2) τῶν διπλοθέμων τὸ ἕν θέμα, ὅταν τοῦτο ἔχῃ εἰς τὴν τελευταίαν συλλαβήν του μακρὸν φωνῆεν, λέγεται ἰσχυρὸν ( λιμην- χιων- ) τὸ δὲ ἔτερον, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὴν τελευταίαν συλλαβήν του βραχὺ φωνῆεν, λέγεται ἀσθενὲς ( λιμεν-, χιον- ).

§ 65. Τῶν τριτοκλίτων ὀνομάτων τὸ θέμα γενικῶς εὑρίσκεται ἐκ τῆς ἑνικῆς γενικῆς, ἀφοῦ ἀφαιρεθῇ ἡ κατάληξις αὐτῆς - ος ( ῞Ελλην-ος, γίγαντ-ος ). ᾽Εὰν δὲ τὸ ὄνομα εἶναι διπλόθεμον, τὸ ἕτερον ἐκ τῶν θεμάτων αυτοῦ εὑρίσκεται ἐκ τῆς ἑνικῆς ὀνομαστικῆς ( λιμέν-ος, λιμήν - χιόν-ος, χιών. ).

§ 66. 1) Κατὰ τὸν χαρακτῆρα τοῦ θέματος αὐτῶν τὰ τριτόκλιτα ὀνόματα διαιροῦνται εἰς φωνηεντόληκτα ( στάχυ-ς, στάχυ-ος, πόλι-ς, πόλε-ως ) καὶ εἰς συμφωνόληκτα ( ἀγών, ἀγῶν-ος - γέρων, γέροντ-ος

2) τὰ συμφωνόληκτα τριτόκλιτα ὀνόματα ὑποδιαιροῦνται εἰς ἀφωνόληκτα , ἤτοι μὲ χαρακτῆρα ἄφωνον ( φύλαξ, φύλακ-ος - πατρίς, πατρίδ-ος ), καὶ εἰς ἡμιφωνόληκτα , ἤτοι μὲ χαρακτῆρα ἡμίφωνον ( λιμήν, λιμέν-ος - ῥήτωρ, ῥήτορ-ος )· (βλ. § 3, 1 - 2).

Α΄ Φωνηεντόληκτα

§ 67. ᾽Εκ τῶν φωνηεντολήκτων τριτοκλίτων ὀνομάτων τὰ πλεῖστα εἶναι γένους ἀρσενικοῦ ἢ θηλυκοῦ, ἐλάχιστα δὲ εἶναι γένους οὐδετέρου.

§ 68. α΄) Καταληκτικὰ εἰς -ως, -ωος ἢ -υς, -υος, μονὸθεμα

῾Ενικὸς

(θ. ἡρω-) (θ. θω-) (θ. ἰχθυ-) (θ. δρυ-)

ὀν. ὁ ἥρω- ς θὼ- ς ἰχθὺ- ς ἡ δρῦ- ς

γεν. τοῦ ἥρω- ος θω-ὸς ἰχθύ-ος τῆς δρυ-ὸς

δοτ. τῷ ἥρω- ι θω-ι ἰχθύ-ι τῆ δρυ-ὶ

αἰτ. τὸν ἥρω- α θῶ-α ἰχθὺ-ν τὴν δρῦ-ν

κλητ. ὦ ἥρω- ς θὼ-ς ἰχθὺ ὦ δρῦ

Πληθυντικὸς

ὀν. οἱ ἥρω- ες θῶ- ες ἰχθύ- ες αἱ δρύ- ες

γεν. τῶν ἡρώ- ων θώ- ων ἰχθύ- ων τῶν δρυ- ῶν

δοτ. τοῖς ἥρω- σι θω- σὶ ἰχθύ- σι ταῖς δρυ- σὶ

αἰτ. τοὺς ἥρω- ας θῶ- ας ἰχθῦ- ς τὰς δρῦ- ς

κλητ. ὦ ἥρω- ες θῶ- ες ἰχθύ- ες ὦ δρύ- ες

Σημείωσις . Κατὰ τὸ ὄνομα ἰχθὺς κλίνεται καὶ τὸ ὄνομα ἔγχελυς εἰς τὸν ἐνικὸν ἀριθμόν˙ (βλ. καὶ § 50, Σημ,).

῾Ομοίως δὲ κλίνονται καὶ ὅσα φωνηεντόληκτα ἔχουν χαρακτῆρα ι , ὅπως ὁκῖς , , ἡ οἱς (ἐκ τοῦ ὄϊς ), καὶ τὸ κύριον ὅνομα ὁ Συέννεσις , προσέτι δὲ τω ὀνόματα ἡ τίγρις , καὶ ἡ τύρσις , εἰς τὸν ἑνικόν ἀριθμόν: ὁ κῖς , τοῦ κι-ός , τῷ κι-ί , τὸν κῖ-ν, οἱ κῖ-ες, τῶν κι-ῶν, τοῖς κι-σί, τοὺς κῖ-ς κτλ.

Παρατηρήσεις

§ 69. Τῶν εἰς -υς -υος τριτοκλίτων ὀνομάτων :

1) ἡ ἑνικὴ κλητικὴ σχηματίζεται ἄνευ καταλήξεως, ἡ ἑνικὴ αἰτιατικὴ μὲ τὴν κατάληξιν ἀντὶ καὶ ἡ πληθυντικὴ αἰτιατικη μὲ τὴν κατάληξιν ἀντὶ -ας : ᾦ ἰχθύ, τὸν ἰχθύ-ν, τοὺς ἰχθῦ-ς˙

2) οἱ μονοσύλλαβοι τύποι καὶ ἡ πληθυντικὴ αἰτιατικὴ ἐν γένει, ὅταν τονίζωνται εἰς τὴν λήγουσαν, περισπῶνται παρὰ τὸν κανόνα (§ 16, 6): ὁ μῦς, τὸν μῦν, ὦ μῦ, τοὺς μῦς - τὰς ὀφρῦς - τοὺς ἰχθῦς .

§ 70. β΄) Καταληκτικὰ ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ εἰς -ις -εως ἢ - υς - εως, διπλὸθεμα, καὶ τὸ οὐδέτερον τὸ ἄστυ

῾Ενικὸς

(θ. πρυτανι- πρυτανε-) (θ. πολι- πολε-) (θ. πελεκυ- πελεκε-) (θ.ἀστυ- ἀστε-)

ὀν. ὁ πρύτανι- ς ἡ πόλι- ς ὁ πέλεκυ- ς τὸ ἄστυ

γεν. τοῦ πρυτάνε- ως τῆς πόλε-ως τοῦ πελέκε-ως τοῦ ἄστε-ως

δοτ. τῷ πρυτάνει τῆ πόλει τῷ πελέκει τῷ ἄστει

αἰτ. τὸν πρύτανι- ν τὴν πόλι-ν τὸν πέλεκυ- ν τὸ ἄστυ

κλητ. ὦ πρύτανι ὦ πόλι ὦ πέλεκυ ὦ ἄστυ

Πληθυντικὸς

ὀν. οἱ πρυτάνεις αἱ πόλεις οἱ πελέκεις τὰ ἄστη

γεν. τῶν πρυτάνε-ων τῶν πόλε-ων τῶν πελέκε-ων τῶν ἄστε-ων

δοτ. τοῖς πρυτάνε-σι ταῖς πόλε-σι τοῖς πελέκε-σι τοῖς ἄστε-σι

αἰτ. τοὺς πρυτάνεις τὰς πόλεις τοὺς πελέκεις τὰ ἄστη

κλητ. ὦ πρυτάνεις ὦ πόλεις ὦ πελέκεις ὦ ἄστη

Σημείωσις . Κατὰ τὸ ὄνομα ἡ πόλις , ἐκτὸς πολλῶν ἄλλων ὀνομάτων, κλίνονται εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμὸν καὶ τὰ ὁνόματα τίγρις καὶ τύρσις . Κατὰ δὲ τὸ ὄνομα ὁ πέλεκυς κλίνονται τὰ ὀνόματα ὁ πῆχυς , ὁ πρέσβυς , καθὼς καὶ τὸ ὄνομα ὁ ἔγχελυς εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμόν· (βλ. § 68, Σημ.).

§ 71. Καταλήξεις τῶν τριτοκλίτων ὀνομάτων εἶναι

Ἑνικὸς Πληθυντικὸς

Ἀρσ. καὶ θηλ. Οὐδ. Ἀρσ. καὶ Θηλ. Οὐδ.

ὀν. -ς ὴ - - -ες -ᾰ

γεν. -ος (ἢ -ως) -ος (ἢ -ως) -ων -ων

δοτ. -ῐ -ῐ -σῐ -σῐ

αἰτ. -ᾰ ἢ -ν - -ᾰς ἢ -ξ, -ς (-νς) -ᾰ

κλητ. -ς ἢ - -ες -ᾰ

Σημείωσις . ῾Η κατάληξις τῆς ἑνικῆς γενικῆς - ως προῆλθεν ἐξ ἀντιμεταχωρήσεως : πόλη- ος , πόλε- ως - βασιλῆ- ος , βασιλέ- ως (βλ. § 32, 4), ἡ δὲ κατάληξις τῆς πληθυντικῆς αἰτιατικῆς - νς γίνεται - ς μετ’ ἀποβολὴν τοῦ ν πρὸ τοῦ ς˙ (βλ. § 32, 4 καὶ § 33,6).

Παρατηρήσεις

§ 72. Τὰ εἰς -ις-υς (γεν. -εως ) φωνηεντόληκτα ὀνόματα :

1) σχηματίζονται ἀπὸ δύο θέματα, ἤτοι ὅσα μὲν λήγουν εἰς -ις ἀπὸ ἕν θέμα εἰς ι ( πρύτανις-, πολι- ) καὶ ἀπὸ ἕτερον εἰς ε ( πρυτανε- πολε- ), ὅσα δὲ λήγουν εἰς -υς ἀπὸ ἕν θέμα εἰς υ ( πελεκυ-, πηχυ- ) καὶ ἀπὸ ἕτερον εἰς ε ( πελεκε-, πηχε- )˙ καὶ ἀπὸ μὲν τὸ πρῶτον θέμα τὸ ὁποῖον λήγει εἰς ιυ , σχηματίζεται ἡ ἑνικὴ ὀνομαστικὴ, ἡ αἰτιατικὴ καὶ ἡ κλητικὴ, ἀπὸ δὲ τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖον λήγει εἰς ε , πᾶσαι αἱ ἄλλαι πτώσεις˙

2) τὸν χαρακτῆρα ε μὲ τὸ ἑπόμενον ιε τῶν καταλήξεων τὸν συναιροῦν εἰς ει ( πόλε - ι, πόλει - πόλε - ες, πόλεις

3) εἰς τὴν γενικὴν τοῦ ἑνικοῦ ἔχουν κατάληξιν οὐχὶ -ος ἀλλὰ -ως καὶ εἰς τὴν πτῶσιν ταύτην, καθὼς καὶ εἰς τὴν γενικὴν τοῦ πληθυντικοῦ, τονίζονται εἰς τὴν προπαραλήγουσαν, παρὰ τὸν κανόνα (§ 16, 2): πόλε-ως, πήχε-ων˙

4) τὴν ἑνικὴν κλητικὴν τὴν σχηματίζουν ἄνευ καταλήξεως καὶ τὴν ἑνικὴν αἰτιατικὴν μὲ τὴν κατάληξιν , τὴν δὲ πληθυντικὴν αἰτιατικὴν ὁμοίαν μὲ τὴν ὀνομαστικὴν: αἱ πόλεις, τὰς πόλεις - οἱ πήχεις, τοὺς πήχεις.

Σημείωσις . Τοῦ οὐδετέρου ὀνόματος τὸ ἄστυ εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμὸν ὁ χαρακτὴρ ε συναιρεῖται μὲ τὴν κατάληξιν εἰς -η: (ἄστε-α) ἄστη.

§ 73. γ΄) Καταληκτικὰ εἰς -εὺς (γεν. -έως), εἰς -αῦς καὶ εἰς -οῦς, μονόθεμα

Ἑνικὸς

(θ. ἱππευ-) (θ. ἁλιευ-) (θ. γραυ-) (θ. βου-)

ὀν. ὁ ἱππεὺ-ς ἁλιεὺ-ς ἡ γραῦ-ς ὁ βοῦ-ς

γεν. τοῦ ἱππέ-ως ἁλιέως καὶ ἁλιῶς τῆς γρα-ὸς τοῦ βο-ός

δοτ. τῷ ἱππεῖ ἁλιεῖ τῇ γρα-ῒ τῲ βο-ῒ

αἰτ. τὸν ἱππέ-ᾱ ἁλιέ-α καὶ ἁλιᾶ τὴν γραῦ-ν τὸν βοῦ-ν

κλητ. ὦ ἱππεῦ ἁλιεῦ ὦ γραῦ ὦ βοῦ

Πληθυντικὸς

ὀν. οἱ ἱππεῖς ἁλιεῖς αἱ γρᾶ- ες οἱ βό-ες

γεν. τῶν ἱππέ-ων ἁλιέων καὶ ἁλιῶν τῶν γρα- ῶν τῶν βο-ῶν

δοτ. τοῖς ἱππεῦ-σι ἁλιεῦ-σι ταῖς γραυ- σὶ τοῖς βου-σὶ

αἰτ. τοὺς ἱππέ-ας ἁλιέ-ας καὶ ἁλιᾶς τὰς γραῦ- ς τοὺς βοῦ-ς

κλητ. ὦ ἱππεῖς ἁλιεῖς ὦ γρᾶ- ες ὦ βό-ες

Παρατηρήσεις

§ 74. Τῶν εἰς -εὺς-αῦς-οῦς φωνηεντόληκτων ὀνομάτων : ὁ χαρακτὴρ υ μεταξὺ δύο φωνηέντων ἀποβάλλεται: βασιλεύς, βασι λεῦ, βασιλεῦσι - γραῦν, γραυσί ˙ ἀλλὰ βασιλέως, βασιλέα - γραός, γρᾶες (βλ. § 33, 3).

§ 75. Τῶν εἰς -εὺς φωνηεντολήκτων ὀνομάτων :

1) τὸ ε τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον μένει μετὰ τὴν ἀποβολὴν τοῦ χαρακτῆρος υ , συναιρεῖται μὲ τὸ ἑπόμενον ιε τῶν καταλήξεων εἰς ει: (ἱππέ-ϊ) ἱππεῖ , (ἱππέ-ες) ἱππεῖς , (ἱππέ-ε) ἱππεῖ (πρβλ. § 72, 2)˙

2) ἡ ἑνικὴ κλητικὴ σχηματίζεται ἀπὸ τὸ θέμα μόνον ἄνευ καταλήξεως: ὦ βασιλεῦ˙

3) ἡ ἑνικὴ γενικὴ ἔχει κατάληξιν οὐχὶ -ος ἀλλὰ -ως καὶ τὸ α τῆς καταλήξεως τῆς ἑνικὴς αἰτιατικὴς καὶ τῆς πληθυντικῆς αἰτιατικὴς εἶναι μακρόν˙ (βλ. § 32, 4).

§ 76. Ὅσα φωνηεντόληκτα εἰς -εὺς ἔχουν φωνῆεν πρὸ τοῦ τελικοῦ ε τοῦ θέματος συνήθως συναιροῦν τὸ ε τοῦτο μὲ τὸ ἑπόμενον ω καὶ α τῶν καταλήξεων (τῆς γενικῆς καὶ αἰτιατικῆς τοῦ ἑνικοῦ καὶ τοῦ πληθυντικοῦ): (Εὐβοέως) Εὐβοῶς, (Εὐβοέων) Εὐβοῶν, (Εὐβοέα) Εὐβοᾶ, (Εὐβοέας) Εὐβοᾶς.

§ 77. δ΄) Ἀκατάληκτα εἰς -ώ, γεν. -οῦς, διπλόθεμα

Ἑνικὸς

(θ. Λητω-, Λητο-) (θ. ἠχω-, ἠχο-)

ὀν. ἡ Λητὼ ἡ ἠχὼ

γεν. τῆς Λητοῦς τῆς ἠχοῦς

δοτ. τῇ Λητοῖ (ἐκ τοῦ Λητό-ος) τῇ ἠχοῖ

αἰτ. τὴν Λητὼ (ἐκ τοῦ Λητό-ϊ) τὴν ἠχὼ

κλητ. ὦ Λητοῖ (ἐκ τοῦ Λητό-α) ὦ ἠχοῖ

Σημείωσις . Τὰ ὀνόματα ταῦτα κανονικῶς ἔχουν μόνον ἑνικὸν ἀριθμόν, ὁσάκις δὲ σχηματίζονται καὶ εἰς τὸν πληθυντικὸν, κλίνονται εἰς αὐτὸν κατὰ τὴν δευτέραν κλίσιν : ἡ λεχώ, τῆς λεχοῦς κτλ. - αἱ λεχοί, τῶν λεχῶν, ταῖς λεχοῖς, τὰς λεχοὺς κτλ.

Εἰς τὴν ἑνικὴν αἰτιατικὴν ὀξύνονται παρὰ τὸν κανόνα (§ 16, 9)

Β΄. Συμφωνόληκτα

1. Ἀφωνόληκτα

§ 78. Τὰ ἀφωνόληκτα τριτόκλιτα ὀνόματα εἶναι :

1) οὐρανικόληκτα , ἤτοι μὲ χαρακτῆρα οὐρανικὸν (κ, γ, χ)·

2) χειλικόληκτα , ἤτοι μὲ χαρακτῆρα χειλικὸν (π, β, φ)·

3) ὁδοντικόληκτα , ἤτοι μὲ χαρακτῆρα ὀδοντικὸν (τ, δ, θ)˙

§ 79. Οὐρανικὸληκτα καὶ χειλικόληκτα, καταληκτικὰ εἰς -ξ, -ψ, -ς, μονόθεμα

῾Ενικὸς

ὀν. ὁ φύλαξ ἡ φλὸξ ὁ ὁ ὄνυξ

γεν. τοῦ φύλακ- ος τῆς φλογ- ὸς τοῦ ὄνυχ-ος

δοτ. τῷ φύλακ- ι τῇ φλογ -ι τῷ ὄνυχ-ι

αἰτ. τὸν φύλακ- α τὴν φλόγ- α τὸν ὄνυχ-α

κλητ. ὦ φύλαξ ὦ φλὸξ ὦ ὄνυξ

Πληθυντικὸς

ὀν. οἱ φύλακες αἱ φλόγ- ες οἱ ὄνυχ- ες

γεν. τῶν φυλάκ- ων τῶν φλογ- ῶν τῶν ὀνύχ- ων

δοτ. τοῖς φύλαξι ταῖς φλοξὶ τοῖς ὄνυξι

αἰτ. τοὺς φύλακ- ας τὰς φλόγ- ας τοὺς ὄνυχ- ας

κλητ. ὦ φύλακ- ες ὦ φλόγ- ες ὦ ὄνυχ-ες

῾Ενικὸς Πληθυντικὸς

ὀν. ὁ κώνωψ Ἄραψι οἱ κώνωπ- ες ῎Αραβ-ες

γεν. τοῦ κώνωπ- ος Ἄραβ-ος τῶν κωνώπ- ων Ἄράβ-ων

δοτ. τῷ κώνωπ- ι Ἄραβ-1 τοῖς κώνωψι Ἄραψι

αἰτ. τὸν κώνωπ- α Ἄραβ-α τοὺς κώνωπ- ας Ἄραβ-ας

κλητ. ὦ κώνωψ Ἄραψ ὦ κώνωπ- ες Ἄραβ-ες

Σημείωσις . Οἱ τύποι τῆς ἑνικῆς ὀνομαστικῆς καὶ τῆς πληθυντικῆς δοτικῆς προῆλθον ἐξ ἀρχικῶν τύπων φύλακ-ς, φλόγ-ς, ὄνυχ-ς, κώνωπ-ς, Ἄραβ-ς - φύλακ-σι, φλογ-σί, κώνωπ-σι, Ἄραβ-σι · (βλ. § 36, 1 καὶ 2).

§ 80. Ὀδοντικόληκτα

α) Καταληκτικὰ εἰς -ς, μονὸθεμα

῾Ενικὸς

ὀν. ὁ τάπης ἡ ῾Ελληνὶς ὁ ὄρνις

γεν. τοῦ τάπητ-ος τῆς Ἑλληνίδ- ος τοῦ ὄρνιθ- ος

δοτ. τῷ τάπητ-ι τῆ ῾Ελληνίδ- ι τῷ ὄρνιθ- ι

αἰτ. τὸν τάπητ- α τὴν ῾Ελληνίδ- α τὸν ὄρνιν

κλητ. ὧ τάπης ὦ ῾Ελληνὶς ὦ ὄρνι

Πληθυντικὸς

ὀν. οἱ τάπητ- ες αἱ ῾Ελληνίδ- ες οἱ ὄρνιθ- ες

γεν. τῶν ταπήτ- ων τῶν ῾Ελληνίδ- ων τῶν ὀρνίθ- ων

δοτ. τοῖς τάπησ- ι ταῖς ῾Ελληνί- σι τοῖς ὄρνι- σι

αἰτ. τοὺς τάπητ- ας τὰς ῾Ελληνίδ- ας τοὺς ὄρνιθ- ας

κλητ. ὦ τάπητ- ες ὦ ῾Ελληνίδ- ες ὦ ὄρνιθ- ες

῾Ενικὸς Πληθυντικὸς

ὀν. ὁ ἀνδριὰς ἐλέφας οἱ ἀνδριάντ- ες ἐλέφαντ- ες

γεν. τοῦ ἀνδριαντ- ος ἐλέφαντ- ος τῶν ἀνδριάντ- ων ἐλεφάντ- ων

δοτ. τῷ ἀνδριάντ- ι ἐλέφαντ- ι τοῖς ἀνδριᾶσ- ι ἐλέφασ- ι

αἰτ. τὸν ἀνδριάντ- α ἐλέφαντ- α τοὺς ἀνδριάντ- ας ἐλέφαντ- ας

κλητ. ὦ ἀνδριὰς ἐλέφαν ὦ ἀνδριάντ- ες ἐλέφαντ- ες

Σημείωσις . Οἱ τύποι τῆς ἑνικῆς ὀνομαστικῆς καὶ πληθυντικῆς δοτικῆς προῆλθον ἐξ ἀρχικῶν τύπων τάπητ-ς, Ἑλληνίδ-ς, ὄρνιθ-ς, ἀνδριάντ-ς, ἐλέφαντ-ς, - τάπητ-σι, Ἑλληνίδ-σι, ἀνδριάντ-σι, ἐλέφαντ-σι · (βλ, § 33, 4 καὶ 5).

§ 81. β΄) Ἀκατάληκτα εἰς -ων, -οντος διπλόθεμα καὶ οὐδέτερα εἰς -α, -ατος

῾Ενικὸς Πληθυντικὸς ῾Ενικὸς Πληθυντικὸς

(θ. γερωντ-, γεροντ-) (θ. σωματ-)

ὀν. ὁ γέρων οἱ γέροντ-ες τὸ σῶμα τὰ σώματ-α

γεν. τοῦ γέροντ-ος τῶν γερόντ-ων τοῦ σώματ-ος τῶν σωμάτ-ων

δοτ. τῷ γέροντ-ι τοῖς γέρου-σι τῷ σώματ-ι τοῖς σώμα-σι

αἰτ. τὸν γέροντ-α τοὺς γέροντ-ας τὸ σῶμα τὰ σώματ-α

κλητ. ὦ γέρον ὦ γέροντ-ες ὦ σῶμα ὦ σώματ-α

Σημείωσις . Οἱ τύποι τῆς ἑνικῆς ὁνομαστικῆς καὶ κλητικῆς προῆλθον ἐξ ἀρχικῶν τύπων γέρωντ, γέροντ, σώματ, οἱ δὲ τῆς πληθυντικῆς δοτικῆς ἐξ ἀρχικῶν τύπων γέροντ- σι, σώματ- σι · (βλ. § 33, 1, 4, 5).

Παρατηρήσεις

§ 82. Τὰ ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ ἀφωνόλῃκτα ὀνόματα κανονικῶς σχηματίζουν τὴν ἑνικὴν αἰτιατικὴν εἰς α ( τὸν πίνακα, τὴν πατρίδα ) καὶ τὴν ἑνικὴν κλητικὴν ὁμοίαν μὲ τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν ( ὦ τάπης , ὦ πατρίς, ὦ ἱμάς, ὦ ὀδούς ).

᾽Εξαιροῦνται καὶ

1) τὴν ἑνικὴν αἰτιατικὴν τὰ βαρύτονα ὀδοντικόληκτα εἰς -ις τὴν σχηματίζουν εἰς (κατὰ τὰ φωνηεντόληκτα εἰς -ις , - εως ): ἡ ἔρις , τὴν ἔριν - ἡ χάρις, τὴν χάριν (ὅπως ἡ πόλις, τὴν πόλιν)·

2) τὴν ἑνικὴν κλητικὴν

α΄) τὰ εἰς - ις βαρύτονα ὀδοντικόληκτα, τὸ ὀξύτονον ὄνομα τυραννὶς καὶ τὸ ὄνομα ὁ παῖς (= πά- ις) τὴν σχηματίζουν ἄνευ τῆς καταλήξεως - ς (κατὰ τὰ εἰς - ις φωνηεντόληκτα): ὦ Ἄρτεμι, ὦ Ἆγι, ὦ ἔρι, ὦ ὄρνι, ὦ τυραννί, ὦ παῖ (ὅπως: ὦ πρύτανι, ὦ πόλι)

β΄) τὰ εἰς - ας ( -αντος ) βαρύτονα ὀδοντικόληκτα τὴν σχηματίζουν ὁμοίαν μὲ τὸ θέμα: ὦ ἐλέφαν (ἐκ τοῦ ἐλέφαντ), ὦ γίγαν (ἐκ τοῦ γίγαντ)· (βλ. § 33, 1).

Σημείωσις 1. Τὰ ὀνόματα ἡ ἀλώπηξ ( τῆς ἀλώπεκος ) καὶ ὁ ποὺς ( τοῦ ποδὸς ) σχηματίζονται ἀπὸ δύο θέματα, ἀπὸ ἱσχυρὸν (ἀλώπηκ-, πουδ- ) εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν καὶ τὴν κλητικὴν καὶ ἀπὸ ἀσθενὲς ( ἀλώπεκ-, ποδ- ) εἰς τὰς ἄλλας πτώσεις.

Τὸ δὲ ὄνομα ἡ θρὶξ σχηματίζεται ἀπὸ τὸ (ἀρχικὸν) θέμα θριχ- εἰς τὴν ὀνομαστικὴν καὶ τὴν κλητικὴν τοῦ ἑνικοῦ καὶ εἰς τὴν δοτικὴν τοῦ πληθυντικοῦ ( ἡ θρίξ, ὦ θρίξ, ταῖς θριξί ), καὶ ἀπὸ τὸ θέμα τριχ - εἰς τὰς ἄλλας πτώσεις ( τῆς τριχός, τῇ τριχί )· (βλ. § 37, 7).

Σημείωσις 2. Μερικὰ ὀδοντικόληκτα ὀνόματα μὲ θέμα εἰς - ντ ἔπαθον συναίρεσιν ἐντὸς τοῦ θέματος (τοῦ α + ωα + ο εἱς ω , τοῦ α + εα + ει εἰς α καὶ τοῦ ο + ει ἢ ο + ε είς ου ) : ὁ Ξενοφῶν (Ξενοφάωντ), τοῦ Ξενοφῶντος (Ξενοφάοντ- ος) κτλ., ὁ ἀλλᾶς (ἀλλάεντ- ς, ἀλλάεις), τοῦ ἀλλᾶντ- ος (ἀλλάεντ- ος) κτλ., ὁ πλακοῦς (πλακόεντ- ς, πλακόεις), τοῦ πλακοῦντος (πλακόεντ- ος) κτλ. (βλ. § 16, 9, § 25, § 33, 1 καὶ 5).

2. Ἡμιφωνὸληκτα

§ 83. Τὰ ἡμιφωνόληκτα τριτόκλιτα ὀνόματα εἶναι :

1) ἐνρινόληκτα , ἤτοι μὲ χαρακτῆρα τοῦ θέματος ἔνρινο (ν)˙

2) ὑγρόληκτα , ἤτοι μὲ χαρακτῆρα ὑγρὸν (λ,ρ)˙

3) σιγμόληκτα , ἤτοι μὲ χαρακτῆρα σ .

§ 84. α΄) ᾽Ενρινὸληκτα

1) Καταληκτικὰ εἰς -ις, γεν. -ῖνος καὶ ἀκατάληκτα εἰς -αν, γεν. -ᾶνος, -ην, γεν. -ηνος καὶ -ων, γεν. -ωνος, μονὸθεμα

῾Ενικὸς

(θ. δελφιν-) (θ. παιαν-) (θ. ῾Ελλην-) (θ. χιτων-)

ὀν. ὁ δελφὶς παιὰν Ἕλλην χιτὼν

γεν. τοῦ δελφῖν- ος παιᾶν- ος Ἕλλην- ος χιτῶν- ος

δοτ. τῷ δελφῖν- ι παιᾶν- ι ῞Ελλην- ι χιτῶν- ι

αἰτ. τὸν δελφῖν- α παιᾶν- α Ἕλλην- α χιτῶν- α

κλητ. ὦ δελφὶς παιὰν Ἕλλην χιτὼν

Πληθυντικὸς

ὀν. οἱ δελφῖν- ες παιᾶν- ες ῞Ελλην- ες χιτῶν- ες

γεν. τῶν δελφίν- ων παιάν- ων Ἑλλήν- ων χιτών- ων

δοτ. τοῖς δελφῖ- σι παιᾶ- σι Ἕλλη- σι χιτῶ- σι

αἰτ. τοὺς δελφῖν- ας παιᾶν- ας Ἕλλην- ας χιτῶν- ας

κλητ. ὦ δελφῖν- ες παιᾶν- ες Ἕλλην- ες χιτῶν- ες

Σημείωσις . Καταληκτικὸν ἐνρινόληκτον εἶναι καὶ τὸ μοναδικὸν ὄνομα ὁ κτεὶς ( τοῦ κτεν-ός, τῷ κτεν-ί, τὸν κτέν-α, ὦ κτεὶς - οἱ κτέν-ες, τῶν κτεν-ῶν, τοῖς κτε-σί, τοὺς κτένας κτλ.).

Οἱ τύποι δελφίς, κτείς, δελφῖσι, παιᾶσι, Ἕλλησι, χιτῶσι κλπ. προῆλθον ἐξ ἀρχικῶν τύπων δελφίν-ς, κτέν-ς, δελφῖν-σι, παιᾶν-σι, χιτῶν-σι · (βλ. 1 33, 6),

§ 85. 2) ᾽Ακατάληκτα εἰς -ην, γεν. -ένος, -ων, γεν. -ονος, διπλὸθεμα

῾Ενικὸς

(θ. ποιμην-, ποιμεν-) (θ. χελιδων-, χελιδον-) (θ. κιων-, κιον-)

ὀν. ὁ ποιμὴν ἡ χελιδὼν ὁ κίων

γεν. τοῦ ποιμέν- ος τῆς χελιδόν- ος τοῦ κίον- ος

δοτ. τῷ ποιμέ - ι τῇ χελιδόν- ι τῷ κίον- ι

αἰτ. τὸν ποιμέν- α τὴν χελιδόν- α τὸν κίον- α

κλητ. ὦ ποιμὴν ὦ χελιδὼν ὦ κίον

Πληθυντικὸς

ὀν. οἱ ποιμέν- ες αἱ χελιδόν- ες οἱ κίον- ες

γεν. τῶν ποιμέν- ων τῶν χελιδόν- ων τῶν κιόν- ων

δοτ. τοῖς ποιμέ- σι ταῖς χελιδό- σι τοῖς κίο- σι

αἰτ. τοὺς ποιμέν- ας τὰς χελιδόν- ας τοὺς κίον- ας

κλητ. ὦ ποιμέν- ες ὦ χελιδόν- ες ὦ κίον- ες

Σημείωσις . Οἱ τύποι τῆς πληθυντικῆς δοτικῆς προῆλθον ἐξ ἀρχικῶν τύπων ποιμέν-σι, χελιδόν-σι, κίον-σι · (βλ. § 33, 6).

§ 86. β΄) ῾Υγρόληκτα

1) Ἀκατάληκτα εἰς -ήρ, γεν. -ῆρος, μονόθεμα, καὶ εἰς -ήρ, γεν. -έρος,-ωρ, γεν. -ορος, διπλὸθεμα

῾Ενικὸς

(θ. κρατηρ-) (θ. ἀθηρ-, ἀθερ-) (θ. ῥήτωρ-, ῥητορ-)

ὀν. ὁ κρατὴρ ἀθὴρ ῥήτωρ

γεν. τοῦ κρατῆρ- ος ἀθέρ- ος ῥήτορ- ος

δοτ. τῷ κρατῆρ- ι ἀθέρ- ι ῥήτορ- ι

αἰτ. τὸν κρατῆρ- α ἀθέρ- α ῥήτορ- α

κλητ. ὦ κρατὴρ ἀθὴρ ῥῆτορ

Πληθυντικὸς

ὀν. οἱ κρατῆρ- ες ἀθέρ- ες ῥήτορ- ες

γεν. τῶν κρατήρ- ων ἀθέρ- ων ῥητόρ- ων

δοτ. τοῖς κρατῆρ- σι ἀθέρ- σι ῥήτορ- σι

αἰτ. τοὺς κρατῆρ- ας ἀθέρ- ας ῥήτορ- ας

κλητ. ὦ κρατῆρ- ες ἀθέρ- ες ῥήτορ- ες

Σημείωσις 1. Κατὰ τὸ ὄνομα ὁ κρατὴρ κλίνεται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ τὸ ὄνομα ὁ σωτὴρ ( τοῦ σωτῆρος ), καὶ κατὰ τὸ ὄνομα ὁ ἀθὴρ κλίνεται καὶ τὸ ὄνομα ὁ ἀστὴρ ( τοῦ ἀστέρος ), ἀλλὰ τὸ μὲν ὄνομα σωτήρ σχηματίζει τὴν ἑνικὴν κλητικὴν ὦ σῶτερ , τὸ δὲ ὄνομα ὁ ἀστὴρ σχηματίζει τὴν πληθυντικὴν δοτικὴν τοῖς ἀστράσι (κατὰ τὰ συγκοπτόμενα).

Σημείωσις 2. ῾Υγρόληκτον μὲ χαρακτῆρα λ εἶναι μόνον ἅλς ( τοῦ ἁλός , τῷ ἁλί , τὸν ἅλα , ὦ ἅλς - οἱ ἅλες , τῶν ἁλῶν , τοῖς ἁλσί , τοὺς ἅλας κτλ.).

2) Οὐδέτερα

§ 87. Οὐδέτερα ὑγρόληκτα εἶναι τὰ ὀνόματα τὸ ἔαρ καὶ τὸ νέκταρ , εὔχρηστα μόνον εἰς τὸν ἑνικὸν ἀριθμόν.

Τὸ ὄνομα τὸ ἔαρ ἐκφέρεται καὶ συνηρημένον : ἔαρ-ἦ, τοῦ ἔαρος-ἦρος, τῷ ἔαρι-ἦρι κλπ.· (βλ. § 56 καὶ § 63, 2).

Παρατηρήσεις εἰς τὰ ἐνρινὸληκτα καὶ ὑγρόληκτα ὀνὸματα

§ 88. Τὰ ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ ἐνρινόληκτα καὶ ὑγρόληκτα ὀνόματα

1) τὰ διπλόθεμα σχηματίζουν ἀπὸ μὲν τὸ ἰσχυρὸν θέμα τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικήν, ἀπὸ δὲ τὸ ἀσθενὲς τὰς ἄλλας πτώσεις : ὁ λιμήν, ἡ χιών, ὁ αἰθήρ, ὁ κοσμήτωρ - τοῦ λιμέν-ος, τῆς χιόν-ος, τοῦ αἰθέρ-ος, τοῦ κοσμήτορ-ος κλπ.˙

2) τὴν ἑνικὴν κλητικὴν τὴν σχηματίζουν τὰ πλεῖστα ὁμοίαν μὲ τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικήν: ἡ ἀκτὶς - ὦ ἀκτίς, ὁ πελεκὰν - ὦ πελεκάν, ὁ ποιμὴν - ὦ ποιμήν, ἡ χελιδὼν - ὦ χελιδών , ὁ ἀστὴρ - ὦ ἀστήρ .

Ἐξαιροῦνται ἐκ τῶν διπλοθέμων τὰ βαρύτονα εἰς - ων (γεν. - ονος ) καὶ - ωρ (γεν. - ορος ), τὰ ὁποῖα σχηματίζουν τὴν ἑνικὴν κλητικὴν ὁμοίαν μὲ τὸ ἀσθενὲς θέμα : ὁ γείτων - ὦ γεῖτον, ὁ αὐτοκράτωρ - ὧ αὐτοκράτορ.

Τὰ κύρια ὀνόματα Ἀγαμέμνων καὶ Ἀριστογείτων καὶ τὰ ὅμοια εἰς τὴν ἑνικὴν κλητικὴν ἀναβιβάζουν προσέτι τὸν τόνον : ὦ Ἀγάμεμνον, ὦ Ἀριστόγειτον.

3) Συγκοπτόμενα

§ 89. Ἀκατάληκτα εἰς -ηρ, γεν, -ρος, διπλὸθεμα

Ἑνικὸς Πληθυντικὸς

(θ. πατηρ-, πατερ-, ἀνηρ-, ἀνερ-)

ὀν.
γεν.
δοτ.
αἰτ.
κλητ.
ὁ
τοῦ
τῷ
τὸν
ὦ
πατὴρ
πατρ-ὸς
πατρ-ὶ
πατέρ-α
πάτερ
ἀνὴρ
ἀνδρ-ὸς
ἀνδρ-ὶ
ἄνδρ-α
ἄνερ
οἱ
τῶν
τοῖς
τοὺς
ὦ
πατέρε-ς
πατέρ-ων
πατρά-σι
πατέρ-ας
πατέρ-ες
ἄνδρ-ες
ἀνδρ-ων
ἀνδρά-σι
ἄνδρ-ας
ἄνδρ-ες

῾Ενικὸς

ἡ Δημήτηρ

τῆς Δήμητρ-ος

τῇ Δήμητρ-ι

τὴν Δήμητρ-α

ὦ Δήμητερ

Παρατηρήσεις

§ 90. Τὰ διπλόθεμα εἰς - ηρ ὑγρόληκτα ὀνόματα πατήρ, μήτηρ , θυγάτηρ, γαστήρ, Δημήτηρ καὶ ἀνὴρ λέγονται συγκοπτόμενα , διότι ( συγκόπτουν , ἤτοι) ἀποβάλλουν τὸ ε τοῦ ἀσθενοῦς θέματος, τὰ μὲν ὀνόματα πατὴρ, μήτηρ, θυγάτηρ καὶ γαστὴρ εἰς τὴν γενικὴν καὶ δοτικὴν τοῦ ἑνικοῦ καὶ τὴν δοτικὴν τοῦ πληθυντικοῦ, τὸ δὲ ὄνομα Δημήτηρ εἰς τὰς πλαγίας πτώσεις τοῦ ἑνικοῦ καὶ τὸ ὄνομα ἀνὴρ εἰς τὰς πλαγίας πτώσεις τοῦ ἑνικοῦ καὶ εἰς πάσας τὰς πτώσεις τοῦ πληθυντικοῦ (καὶ τοῦ δυϊκοῦ)· (βλ. § 32, 1 καὶ § 34, 2).

Πάντα τὰ συγκοπτόμενα ὀνόματα εἰς τὴν δοτικὴν τοῦ πληθυντικοῦ μεταξὺ τοῦ συγκεκομμένου θέματος καὶ τῆς καταλήξεως - σι ἔχουν α βραχύ,ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ τονίζονται : μητρ- ά - σι, θυγατρ- ά - σι, γαστρ-ά - σι.

§ 91. ᾽Εκ τῶν συγκοπτομένων ὀνομάτων :

1) τὰ μὲν ὀνόματα πατὴρ, μήτηρ, θυγάτηρ καὶ γαστὴρ εἰς τὴν γενικὴν καὶ δοτικὴν τοῦ ἑνικοῦ, τὸ δὲ ὄνομα ἀνὴρ καὶ εἰς ταύτας τὰς πτώσεις καὶ εἰς τὴν γενικὴν τοῦ πληθυντικοῦ τονίζονται ἐπὶ τῆς ληγούσης: μητρός , μητρὶ - ἀνδρός , ἀνδρί, ἀνδρῶν ·

2) τὸ ὄνομα Δημήτηρ εἰς πάσας τὰς βραχυκαταλήκτους πτώσεις τονίζεται εἰς τὴν προπαραλήγουσαν·

3) τὰ. ὀνόματα πατὴρ, θυγάτηρ καὶ ἀνὴρ εἰς τὴν ἑνικὴν κλητικὴν ἀναβιβάζουν τὸν τόνον: ὦ πάτερ, θύγατερ, ἄνερ˙

4) τὸ ὄνομα γαστὴρ ἔχει τὴν ἑνικὴν κλητικὴν ὁμοίαν μὲ τὴν ὀνομαστικὴν: ὦ γαστὴρ ( κανονικῶς πρβλ. § 88, 2).

§ 92. γ΄) Σιγμόληκτα

α΄. Οὐδέτερα εἰς -ας, γεν. -ως (ἢ -ατος)

῾Ενικὸς

Πληθυντικὸς

ὀν.

γεν.

δοτ.

αἰτ.

κλητ.

τὸ κέρας

τοῦ κέρως ἢ τοῦ κέρατος

τῷ κέρᾳ ἢ τῷ κέρατ-ι

τὸ κέρας

ὦ κέρας

τὰ κέρα ἢ τὰ κέρατ-α

τῶν κερῶν ἢ τῶν κεράτων

τοῖς κέρα-σι

τὰ κέρα ἢ τὰ κέρατ-α

ὦ κέρα ἢ ὦ κέρατ-α

Παρατηρήσεις

§ 93. Σιγμόληκτα οὐδέτερα εἰς -ας εἶναι ἕξ : κέρας, κρέας - γέ ρ ας , γῆρας - πέρας, τέρας . Τούτων

1) ὁ χαρακτὴρ σ μεταξὺ δύο φωνηέντων ἀποβάλλεται καὶ τὰ συναντώμενα μετὰ τὴν ἀποβολὴν τοῦ σ φωνήεντα συναιροῦνται : (κρέασ-ος, κρέα- ος =) κρέως , (κρέασ- ι, κρέα- ϊ =) κρέᾳ κλπ. (βλ. καὶ § 33, 3).

2) σχηματίζονται ὡς σιγμόληκτα μόνον ἀπὸ θέμα εἰς ασ τὰ ὀνόματα κρέας, γέρας καὶ γῆρας ( τὸ κρέας, τοῦ κρέως, τῷ κρέᾳ κλπ.). ῾Ως σιγμόληκτον δὲ ὁμοῦ καὶ ὡς ὀδοντικόληκτον ἀπὸ θέμα εἰς -ατ σχηματίζεται τὸ ὄνομα τὸ κέρας καὶ τὸ ὄνομα τὸ τέρας εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμὸν ( τὰ τέρα ἢ τέρατα, τῶν τερῶν ἢ τεράτων κλπ.). Τὸ δὲ ὄνομα τὸ πέρας (ὅπως καὶ τὸ ὄνομα τὸ τέρας εἰς τὸν ἑνικὸν) ἀπὸ σιγμόληκτον θέμα εἰς -ασ σχηματίζει μόνον τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικήν, αἰτιατικὴν καὶ κλητικήν, τὰς δὲ ἄλλας πτώσεις τὰς σχηματίζει μόνον ἀπὸ θέμα εἰς - ατ (κατὰ τὰ εἰς - α οὐδέτερα ὀδοντικόληκτα) : τὸ πέρας , τοῦ πέρατ-ος κλπ., τὰ πέρατ-α, τῶν περάτ-ων κλπ., τὸ τέρας , τοῦ τέρατ-ος κλπ.· (βλ. § 81).

Σημείωσις . Τὸ καταληκτικὸν α τῆς πληθυντικῆς ὀνομαστικῆς, αἰτιατικῆς καὶ κλητικῆς τῶν ὀνομάτων τούτων, τὸ όποῖον προῆλθεν ἐκ συναιρέσεως τοῦ α + α , δύναται νὰ βραχύνεται κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὰ ἂλλα οὐδέτερα : τὰ γέρᾱ ἢ γέρᾰ (ὅπως τὰ δῶρᾰ).

§ 94. β΄ Οὐδέτερα εἰς -ος, γεν. -ους

῞Ενικὸς

Πληθυντικὸς

(θ. στελεχεσ-) (θ. χρεεσ-)

ὀν.

γεν.

δοτ.

αἰτ

κλητ.

τὸ στέλεχος

τοῦ στελέχους

τῷ στελέχει

τὸ στέλεχος

ὠ στέλεχος

χρέος

χρέους

χρέει

χρέος

χρέος

τὰ στελέχη

τῶν στελεχῶν

τοῖς στελέχεσι

τὰ στελέχη

ὦ στελέχη

χρέα

χρεῶν

χρέεσι

χρέα

χρέα

Παρατηρήσεις

§ 95. Τῶν σιγμολήκτων οὐδετέρων εἰς -ος

1) τὸ θέμα λήγει εἰς - εσ , ἀλλὰ τὸ ε τὸ πρὸ τοῦ χαρακτῆρος σ εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν (αἰτιατικὴν καὶ κλητικὴν) τρέπεται εἰς ο : (θ. ἐθνεσ-) ἔθνος (§ 32, 5)˙

2) ὁ χαρακτὴρ σ μεταξὺ δύο φωνηέντων ἀποβάλλεται, τὰ δὲ συναντώμενα μετὰ τὴν ἀποβολὴν αὐτοῦ φωνήεντα συναιροῦνται, ἤτοι τὸ ε + α εἰς η ἢ, ἂν προηγῆται ἄλλο ε , εἰς ᾱ ( τὰ βέλεα - βέλη, τὰ χρέ εα - χρ έᾱ ), τὸ ε + ι εἰς ει ( τῷ δάσε - ϊ - δάσε ι ), τὸ ε + ο εἰς ου ( τοῦ ὄρε-ος - ὄρ ου ς ), τὸ ε + ω εἰς ω ( τῶν τειχέων - τειχῶν ) βλ. καὶ § 33, 3, Σημ.).

Σημείωσις . Μερικὰ σιγμόληκτα οὐδέτερα εἰς - ος τὴν πληθυντικὴν γενικὴν τὴν σχηματίζουν ἀσυναίρετον ( τῶν ἀνθέων, τῶν χειλέων ) ἢ καὶ ἀσυναίρετον καὶ συνῃρημένην ( τῶν ὀρέων ἢ τῶν ὀρῶν ).

§ 96. γ΄. Ἄρσενικὰ ἀκατάληκτα εἰς -ης, γεν. -ους (ἢ -ῆς, γεν. -έους), διπλόθεμα

῾Ενικὸς

Πληθυντικὸς

(θ. Σωκρατησ - Σωκρατεσ-)

(θ. ῾Ηρακλεησ- ῾Ηρακλεεσ)

ὀν.

γεν.

δοτ.

αἰτ.

κλητ.

κλητ.

ὁ Σωκράτης

τοῦ Σωκράτους

τῷ Σωκράτει

τὸν Σωκράτη

ὦ Σώκρατες

Ἡρακλῆς

Ἡρακλέους

Ἡρακλεῖ

Ἡρακλέα

Ἡράκλεις

οἱ Σωκράται

τῶν Σωκρατῶν

τοῖς Σωκράταις

τοὺς Σωκράτας

ὦ Σωκράται

Ἡρακλεῖς

Ἡρακλέων

-

Ἡρακλεῖς

Ἡρακλεῖς

Παρατηρήσεις

§ 97. Τὰ ἀρσενικὰ σιγμόληκτα οὐσιαστικὰ εἰς - ης , γεν. - ους (ἤ - ης, γεν. - έους ) εἶναι πάντα κύρια ὀνόματα (σύνθετα, μὲ δεύτερον συνθετικόν, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ὄνομα σιγμόληκτον οὐδέτερον εἰς - ος ἢ ῥῆμα) : Πολυκράτης (πολύς, κράτος ) - Δημοσθένης (δῆμος, σθένος ) - Ἀγαθοκλῆς (ἀγαθός, κλέος ) - Ἀριστοφάνης (ἄριστος, φαίνομαι ) - Δημοχάρης (Δῆμος, χαίρω ) κλπ. Ταῦτα

1) σχηματίζονται ἀπὸ δύο θέματα, ἀπὸ ἰσχυρὸν θέμα εἰς - ησ εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν καὶ ἀπὸ ἀσθενὲς θέμα εἰς - εσ εἰς πάσας τὰς ἄλλας πτώσεις. Τούτου ὁ χαρακτὴρ σ μεταξὺ δύο φωνηέντων ἀποβάλλεται καὶ τὰ συναντώμενα φωνήεντα συναιροῦνται, ὅπως εἰς τὰ σιγμόληκτα οὐδέτερα εἰς - ος (§ 95, 2)·

2) εἰς τὴν ἑνικὴν κλητικὴν ἀναβιβάζουν τὸν τόνον : ὦ Ἀριστότε λες, ὦ Δημόσθενες, ὦ Ἀγαθόκλεις (Ἀγαθόκλεες)·

3) ὁσάκις λαμβάνονται εἰς πληθυντικὸν ἀριθμόν, σχηματίζονται εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον τὰ μὲν εἰς - ης , γεν. - ους συνήθως κατὰ τὴν πρώτην κλίσιν, τὰ δὲ εἰς - ῆς , γεν. - έους (ἤτοι τὰ εἰς -κλῆς) κατὰ τὴν τρίτην˙

4) ὅσα λήγουν εἰς - κλῆς συναιροῦν τὸ ε τῆς συλλαβῆς - κλε , ὅπου μετ’ αὐτὸ ἀκολουθεῖ ηεει : (Θεμιστοκλέης) Θεμιστοκλῆς , (Θεμιστόκλεες) Θεμιστόκλεις , (Θεμιστοκλέει) Θεμιστοκλεῖ .

Σημείωσις . Τὰ εἱς - ης , γεν. - ους σχηματίζουν τὴν ἑνικὴν αἰτιατικὴν καὶ εἰς - ην (κατὰ τὰ πρωτόκλιτα): τὸν Σωκράτην, τὸν Δημοσθένην (ὅπως τὸν Ἀριστείδην).

§ 98. δ΄. Θηλυκὰ ἀκατάληκτα εἰς -ώς, γεν. -οῦς, διπλὸθεμα

Ἑνικὸς

ὀν.

γεν.

δοτ.

αἰτ.

κλητ.

(θ. αἰδωσ-, αἰδοσ-)

ἡ αἰδὼς

τῆς αἰδοῦς (ἐκ τοῦ αἰδόσ-ος)

τῇ αἰδοῖ (ἐκ τοῦ αἰδόσ-ι)

τὴν αἰδῶ (ἐκ τοῦ αἰδόσ-α)

ὧ αἰδὼς

(θ. ᾽Ηωσ-, ᾽Ηοσ-)

ἡ Ἠὼς

τῆς Ἠοῦς

τῇ Ἠοῖ

τὴν Ἠῶ

ὦ Ἠὼς (πρβλ. § 77).

Γενικαὶ παρατηρήσεις εἰς τὰ τριτόκλιτα ὀνόματα

§ 99. Αἱ καταλήξεις τῶν τριτοκλίτων ὀνομάτων:

1) τῶν ἀρσενικῶν καὶ τῶν θηλυκῶν εἶναι αἱ ἴδιαι˙

2) τῶν οὐδετέρων διαφέρουν ἀπὸ τὰς καταλήξεις τῶν ἀρσενικῶν καὶ τῶν θηλυκῶν μόνον εἰς τὴν ὀνομαστικήν, τὴν αἰτιατικὴν καὶ τὴν κλητικὴν˙ (βλ. § 55, § 56, § 63, 2).

§ 100. Τῶν καταλήξεων τῆς τρίτης κλίσεως -ι, -σι, -α καὶ - ας τὸ δίχρονον ι καὶ α εἶναι βραχύ : κλητῆρῐ, κλητῆρσῐ, κλητῆρᾰ, κλητῆρᾰς .

§ 101. Τὰ μονοσύλλαβα τριτόκλιτα ὀνόματα εἰς τὴν γενικὴν καὶ τὴν δοτικὴν παντὸς ἀριθμοῦ τονίζονται ἐπὶ τῆς καταλήξεως (παρὰ τὸν κανόνα, § 16, 8) : ὁ θήρ, τοῦ θηρός, τῷ θηρὶ - τῶν θηρῶν, τοῖς θηρσὶ - ( τοῖν θηροῖν ). Ἀλλὰ τὰ μονοσύλλαβα ὀνόματα ἡ δᾴς, ὁ θώς, τὸ οὗς, ὁ παῖς, ὁ Τρὼς καὶ τὸ φῶς εἰς τὴν πληθυντικὴν γενικὴν τονίζονται κανονικῶς: τῶν δᾴδων, τῶν θώων, τῶν ὤτων, τῶν παίδων, τῶν Τρῴων, τῶν φώτων.

§ 102. Περισπῶνται παρὰ τὸν κανόνα, ἂν καὶ δὲν προέρχονται ἐκ συναιρέσεως (§ 16, 6)

1) ἡ ἑνικὴ ὀνομαστικὴ καὶ κλητικὴ τοῦ ὀνόματος ἡ γλαῦξ ·

2) ἡ ἑνικὴ κλητικὴ τῶν εἰς - εύς : ὦ γραμματεῦ, ὦ Θησεῦ ·

3) ἡ ἑνικὴ ὀνομαστική, αἰτιατικὴ καὶ κλητικὴ τῶν ὀνομάτων τὸ πῦρ καὶ τὸ οὗς (βλ. § 16, 9).

Σημείωσις . Περισπῶνται κανονικῶς αἱ λέξεις παῖς καὶ φῶς , διότι προῆλθον ἐκ συναιρέσεως (πάϊς, φάος). Ἡ δὲ λέξις ἡ κλεὶς προῆλθεν ἐξ, ἀρχαιοτέρου τύπου κληὶς καὶ κανονικῶς ὀξύνεται· (βλ, § 16, 9)

4. Ὁ δυϊκὸς ἀριθμὸς τῶν ὀνομάτων

§ 103. Ὁ δυϊκὸς ἀριθμὸς τῶν ὀνομάτων πάσης κλίσεως ἔχει δύο μόνον τύπους, ἤτοι ἕνα διὰ τὴν ὀνομαστικήν, τὴν αἰτιατικὴν καὶ τὴν κλητικήν, καὶ ἄλλον διὰ τὴν γενικὴν καὶ δοτικήν. Αἱ δὲ καταλήξεις τοῦ δυϊκοῦ τῶν ὀνομάτων εἶναι :

1) τῆς α΄ κλίσεως ὀνομ., αἰτ. καὶ κλητ. - α , γεν. καὶ δοτ. - αιν .

2) τῆς β΄ κλίσεως ὀνομ., αἰτ. καὶ κλητ. - ω , γεν. καὶ δοτ. - οιν .

3) τῆς γ΄ κλίσεως ὀνομ., αἰτ. καὶ κλητ. - ε , γεν. καὶ δοτ. - οιν .

α΄) τὼ βουλευτ-ά, τοῖν βουλευτ-αῖν - τὼ μούσα, τοῖν μούσαιν ˙

β΄) τὼ ἰατρ-ώ, τοῖν ἰατρ-οῖν - τὼ νήσ-ω, τοῖν νήσ-οιν - τὼ δένδρ-ω, τοῖν δένδρ-οιν˙

γ΄) τὼ ἥρω-ε, τοῖν ἡρώ-οιν - τὼ βό-ε, τοῖν βο-οῖν - τὼ φύλακ-ε, τοῖν φυλάκ-οιν - τὼ πόλει, τοῖν πολέ-οιν - τὼ βασιλεῖ, τοῖν βασιλέ-οιν - ( τὼ σκέλει, τοῖν σκελοῖν )· (βλ, § 95, 2).

5. Ἀνώμαλα οὐσιαστικά

§ 104 . Πολλὰ οὐσιαστικὰ ὀνόματα δὲ σχηματίζονται καὶ δὲν κλίνονται ὁμαλῶς , ἤτοι κατὰ πάντα συμφώνως μὲ τοὺς κανόνας μιᾶς τῶν τριῶν κλίσεων, καὶ δι’ αὐτὸ λέγονται, ἀνώμαλα .

Ἐκ τῶν ἀνωμάλων οὐσιαστικῶν λέγονται :

1) ἑτερογενῆ , ὅσα εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμὸν ἔχουν ( ἔτερον , ἤτοι) διάφορον γένος ἀπὸ τὸ γένος το ἑνικοῦ, ἤ συγχρόνως τὸ αὐτὸ γένος καὶ διάφορον: ὁ λύχνος - τὰ λύχνα, ὁ σῖτος - τὰ σῖτα , ὁ δεσμὸς - οἱ δεσμοὶ καὶ τὰ δεσμά, τὸ στάδιον - τὰ στάδια καὶ οἱ στάδιοι (πρβλ. νῦν : ὁ πλοῦτος - τὰ πλούτη, ὁ ναῦλος - οἱ ναῦλοι καὶ τὰ ναῦλα)·

2) διπλογενῆ , ὅσα εἰς τὸν ἑνικὸν ἀριθμὸν ἐκφέρονται κατὰ δύο γένη : ὁ ζυγὸς καὶ τὸ ζυγόν , πληθ. τὰ ζυγὰ - ὁ νῶτος - καὶ τὸ νῶτον , πληθ. τὰ νῶτα (πρβλ. νῦν : τὸ πεῦκο καὶ ὁ πεῦκος - τὰ πεῦκα)˙

3) ἑτερόκλιτα , ὅσα εἰς τὸν ἔνα ἀριθμὸν κλίνονται κατά τινα κλίσιν, εἰς τὸν ἄλλον δὲ κατ’ ἄλλην, ἢ εἰς τινας μὲν πτώσεις κατά τινα κλίσιν, εἰς ἄλλας δὲ κατ’ ἄλλην, οἵον·

α΄) ὁ πρεσβευτής , τοῦ πρεσβευτοῦ κλπ. (κατὰ τὴν α΄ κλίσιν) - οἱ πρέσβεις, τῶν πρέσβεων κλπ. (κατὰ τὴν γ΄)·

β΄) τὸ πῦρ , τοῦ πυρὸς κλπ. (κατὰ τὴν γ΄ κλίσιν) - τὰ πυρά , τῶν πυρῶν, τοῖς πυοοῖς κλπ. (κατὰ τὴν β΄)˙

γ΄) ἡ γυνὴ (κατὰ στὴν α΄ κλίσιν), τῆς γυναικός, τῇ γυναικί , τὴν γυναῖκα, ὦ γύναι - αἱ γυναῖκες, τῶν γυναικῶν, ταῖς γυναιξὶ κλπ. (κατὰ τὴν γ΄, πρβλ. § 97, 1)·

δ΄) ὁ Θαλῆς (= Θαλέης), τοῦ Θαλέω, τῷ Θαλῇ, τὸν Θαλῆν, ὦ Θαλῆ (κατὰ τὰ συνῃρ- τῆς α΄ κλίσεως καὶ τὰ ἀττικόκλιτα) - τοῦ Θάλητος, τῷ Θάλητι, τὸν Θάλητα (κατὰ. τὴν γ΄ κλίσιν)·

ε΄) ὁ Ἄρης , τοῦ Ἄρεως (ἀρχῆθεν Ἄρηος, § 32, 4), τῷ Ἄρει, τὸν ῎Αρη καὶ Ἄρην, ὦ Ἄρες (κατὰ τὴν γ΄ καὶ τὴν α΄ κλίσιν). ῾Ομοίως ὁ Ἀστυάγης (Κυαξάρης, Τισσαφέρνης καὶ ἄλλα ξενικὰ ὀνόματα), τοῦ Ἀστυάγους, τῷ Ἀστυάγει (κατὰ τὴν γ΄ κλίσιν), τὸν Ἀστυάγην , ὦ Ἀστυάγη (κατὰ τὴν α΄)˙

ς΄) ὁ ἀμνός , τοῦ ἀμνοῦ κλπ. (κατὰ τὴν β΄ κλίσιν) καὶ τοῦ ἀρνός , τῷ ἀρνί , τὸν ἄρνα - οἱ ἄρνες, τῶν ἀρνῶν , τοὺς ἄρνας (ἐκ θ. ἀρεν-, ἀρν- τοῦ σπανίου ὀνόματος τῆς γ΄ κλίσεως ὁ ἀρήν , πρβλ. § 90 κ. ε.)

ζ΄) ὁ υἱός , τοῦ υἱοῦ κλπ. (κατὰ τὴν β΄ κλίσιν) - τοῦ υἱέος, τῷ υἱεῖ - οἱ υἱεῖς, τῶν υἱέων , τοῖς υἱέσι , τοὺς υἱεῖς (κατὰ τὴν γ΄)

η΄) ὁ ὄνειρος , τοῦ ὀνείρου κλπ. (κατὰ τὴν β΄ κλίσιν) - τοῦ ὀνείρατος (ἐξ ἀχρήστου ὀνομαστικῆς τὸ ὄνειραρ ), τῷ ὀνείρατι - τὰ ὀνείρατα, τῶν ὀνειράτων (κατὰ τὴν γ΄)˙

θ΄) ὁ Οἰδίπους , τοῦ Οἰδίποδος, τῷ Οἰδίποδ ι, ὦ Οἰδίπου (κατὰ τὴν γ΄ κλίσιν) - τοῦ Οἰδίπου, τὸν Οἰδίπουν (κατὰ τὰ συνῃρημένα τῆς β΄)·

ι΄) ὁ χρώς , τοῦ χρωτός, τῷ χρωτί, τὸν χρῶτα (κατὰ τὴν γ΄ κλίσιν), ἀλλὰ δοτικὴ καὶ χρῷ (κατὰ τὰ ἀττικόκλιτα, εἰς τὴν φράσιν ἐν χρῷ = ἔως τὸ δέρμα)·

4) μεταπλαστά , ὅσα κλίνοντα μὲν κατὰ μίαν ὡρισμένην κλίσιν εἰς πάσας τὰς πτώσεις, ἀλλὰ τὸ θέμα των ( μεταπλάσσεται , ἤτοι) μεταβάλλεται (πρβλ. τὸ γράψιμ- ον, τοῦ γραψίματ- ος)·

α΄) ὁ κύων , τοῦ κυνός, τῷ κυνί, τὸν κύνα, ὦ κύον - οἱ κύνες , τῶν κυνῶν, τοῖς κυσὶ κτλ. (θ. κυων-, κυον- κυν-)

β΄) ὁ μάρτυς , τοῦ μάρτυρος κτλ. ὦ μάρτυς - οἱ μάρτυρες , τῶν μαρτύρων , τοῖς μάρτυ - σι , τοὺς μάρτυρας κτλ. (θ. μαρτυ-, μαρτυρ-)·

γ΄) ὁ σής , τοῦ σεός, οἱ σέες, τῶν σέων, τοὺς σέας - τοῦ σητ - ός , οἱ σῆτ- ες, τῶν σητῶν, τοὺς σῆτας (θ· σησ-, σεσ-, σητ-)·

δ΄) ἡ κλείς , τῆς κλειδός, τῇ κλειδί, τὴν κλεῖδα καὶ τὴν κλεῖν - αἱ κλεῖδες κτλ., τὰς κλεῖδας καὶ τὰς κλεῖς (θ. κλειδ-, κλει-) (πρβλ. § 82, 1)·

ε΄) ἡ ναῦς , τῆς νεὼς (ἀρχῆθεν νηός, § 32, 4), τῇ νη - ί , τὴν ναῦν , ναῦ - αἱ νῆες , τῶν νεῶν, ταῖς ναυσί , τὰς ναῦς , ὦ νῆες (θ. ναυ-, νη-, νε-)·

ς΄) ἡ χείρ , τῆς χειρὸς κτλ.- αἱ χεῖρες, τῶν χειρῶν, ταῖ ς χερσί , τὰς χεῖρας κτλ. - δυϊκ. τὼ χεῖρε, τοῖν χερ-οῖν (θ. χειρ-, χερ-)·

ζ΄) τὸ γόνυ , τοῦ γόνατ- ος, τῷ γόνατ- ι, τὸ γόνυ - τὰ γόνατα, τῶν γονάτων, τοῖς γόνασι κτλ. (θ. γόνυ-, γονατ-)·

η΄) τὸ δόρυ , τοῦ δόρατ- ος κτλ. (ὅπως τὸ προηγούμενον)˙

θ΄) τὸ ἦπαρ , τοῦ ἥπατ- ος, τῷ ἥπατ- ι, τὸ ἧπαρ - τὰ ἥπατα , τῶν ἡπάτων κτλ. (θ. ἡπαρ-, ἡπατ-)˙ ὁμοίως τὸ δέλεαρ (τοῦ δ,ελέατ- ος), τὸ στέαρ (τοῦ στέατ- ος), τὸ φρέαρ (τοῦ φρέατ- ος)·

ι΄) τὸ ὕδωρ, τοῦ ὕδατ-ος, τῷ ὕδατ -ι, τὸ ὕδωρ - τὰ ὕδατ- α , τῶν ὑδάτων , τοῖς ὕδασι κτλ. (θ. ὕδωρ- ὑδατ-)·

ια΄) τὸ οὗς , τοῦ ὠτ- ός, τῷ ὠτ- ί , τὸ οὗς - τὰ ὦτ- α, τῶν ὤτων , τοῖς ὠσί, τὰ ὧτα - τὼ ὧτε, τοῖν ὥτοιν (θ. οὐσ-, ὠτ-, βλ. § 101, § 102

ιβ΄) ὁ Ἀπόλλων , τοῦ Ἀπόλλωντος, τῷ Ἀπόλλωνι , τὸν Ἀπόλλωνα καὶ Ἀπόλλω , ὦ Ἄπολλον (θ. Ἀπολλων-, Ἀπολλον-, Ἀπολλο-)·

ιγ΄) ὁ Ποσειδῶν ( ἀρχῆθεν Ποσειδάων ), τοῦ Ποσειδῶνος , τῷ Ποσειδῶνι , τὸν Ποσειδῶνα καὶ Ποσειδῶ , ὦ Πόσειδον˙

ιδ΄) ὁ Ζεύς , τοῦ Δι- ός, τῷ Δι- ί, τὸν Δί- α, ὦ Ζεῦ (θ. Ζευ-, Δι-)·

ιε΄) ἡ Πνύξ , τῆς Πυκ- νός, τῇ Πυκ- νί, τὴν Πύκν- α (θ. Πνυκ-, Πυκν-)

5) ἰδιόκλιτα , ὅσα δὲν κλίνονται κατὰ μίαν τῶν τριῶν κλίσεων, ἀλλὰ κατὰ (ἰδίαν, ἤτοι) ἰδιαιτέραν κλίσιν. Εἶναι δὲ ἰδιόκλιτα :

α΄) μερικὰ προσηγορικὰ ὀνόματα εἰς - ᾶς , ὡς ὁ φαγᾶς, ὁ καταφαγᾶς κλπ.·

β΄) πολλὰ κύρια ὀνόματα συντετμημένα, ἰδίᾳ δὲ ξενικά· οἷον ὁ Ἀλεξᾶς (ἐκ τοῦ Ἀλέξανδρος), τοῦ Ἀλεξᾶ, τῷ Ἀλεξᾷ τὸν Ἀλεξᾶν , ὦ Ἀλεξᾶ (πρβλ. Γεράσιμος - Μεμᾶς)·

Φιλῆς (ἐκ τοῦ Φιλήμων), τοῦ Φιλῆ, τῷ Φιλῇ, τὸν Φιλῆν, ὦ Φιλῆ (πρβλ. Σπυρίδων - Πίπης)·

Διονῦς (ἐκ τοῦ Διονύσιος), τοῦ Διονῦ, τῷ Διονῦ, τὸν Διονῦν, ὦ Διονῦ˙

Ἰησοῦς , τοῦ ᾽Ιησοῦ, τῷ ᾽Ιησοῦ, τὸν ᾽Ιησοῦν, ὦ ᾽Ιησοῦ (῾Εβραϊκὸν ὄνομα)˙

Νεκῶς , τοῦ Νεκῶ, τῷ Νεκῷ, τὸν Νεκῶν, ὦ Νεκῶ (Αἰγυπτιακὸν ὄνομα)·

6) ἄκλιτα , ὅσα δὲν κλίνονται, ἤτοι ἔχουν τὸν αὐτὸν τύπον εἰς πάσας τὰς πτώσεις· ἄκλιτα δὲ εἶναι :

α΄) ἡ λέξις τὸ χρεὼν (= ἡ ἀνάγκη), τοῦ χρεών, τῷ χρεών··

β΄) πολλὰ ὀνόματα προσώπων ἢ πραγμάτων, εἰλημμένα, ὁπωσδήποτε ἀμετάβλητα, ἐκ ξένων γλωσσῶν, οἶον ὁ Αδὰμ ( τοῦ Ἀδὰμ κλπ.), ὁ Δαβὶδ ( τοῦ Δαβὶδ κλπ.), ὁ Ἰώβ ( τοῦ Ἰὼβ κλπ.), τὸ Πάσχα ( τοῦ Πάσχα κλπ.), λέξεις ῾Εβραϊκαὶ - τὸ ἄλφα ( τοῦ ἄλφα κλπ.), τὸ βῆτα ( τοῦ βῆτα κλπ.), τὸ γάμμα ( τοῦ γάμμα κλπ.)· ὁμοίως δὲ καὶ τὸ δίγαμμα ( τοῦ δίγαμμα κλπ.), τὸ δέλτα , ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ὀνόματα τῶν γραμμάτων, ἀρχῆθεν λέξεις Φοινικικαὶ (πρβλ. νῦν : ὁ Γκαῖτε, ὁ Κλεμανσὼ - τὸ φοὺτ- μπώλ, τὸ ῥεκὸρ - τὸ τράμ, τὸ ζενίθ, τὸ ναδίρ)

7) ἐλλειπτικά , ὅσα δὲν εἶναι εὔχρηστα, εἰς πάντας τοὺς ἀριθμοὺς ἢ εἰς πάσας τὰς πτώσεις (ἐλλειπτικὰ κατ’ ἀριθμὸν - ἐλλειπτικὰ κατὰ πτῶσιν

α΄) ἐλλειπτικὰ κατ’ ἀριθμὸν εἶναι :

1) τὰ κύρια ὀνόματα· ταῦτα κανονικῶς ἀπαντῶσιν ἦ εἰς μόνον τὸν ἑνικὸν ἢ εἰς μόνον τὸν πληθυντικὸν ἀριθμόν : Μενέλαος, Ἀριστείδης - ὁ Πειραιεύς, οἱ Δελφοί, ἡ Κέρκυρα, αἱ Ἀθῆναι - ὁ ῎Ολυμπος, ἡ Πίνδος, τὸ Πτῷον, τὰ Κεραύνια - τὰ ᾽Ολύμπια, τὰ Παναθήναια, τὰ Διονύσια (πρβλ. ὁ Πύργος, ἡ Καρδίτσα, αἱ Σπέτσαι, τὰ Χριστούγεννα κτλ.)·

2) τὰ ὀνόματα τῶν μετάλλων ἢ φυσικῶν σωμάτων ἢ φαινομένων : ὁ ἄργυρος, ὁ σίδηρος, ὁ χρυσὸς - ἡ γῆ, ὁ οὐρανός, ὁ ἀήρ, τὸ ἔαρ, οἱ ἐτησίαι (§ 48, 3) - ἡ νεότης, τὸ γῆρας κτλ.

β΄) ἐλλειπτικὰ κατὰ πτῶσιν (ἢ ἅμα καὶ κατ’ ἀριθμὸν),εἶνα :

1) αἱ λέξεις τὸ ὄφελος , τὸ ὄναρ , τὸ ὕπαρ (= ὀπτασία ἐν ἐγρηγόρσει), εὔχρηστοι μόνον κατ’ ὀνομαστικὴν καὶ αἰτιατικὴν τοῦ ἑνικοῦ (πρβλ. νῦν : τὸ σέβας - τὰ σέβη, τὰ ἄρματα = τὰ ὅπλα)·

2) ἡ λέξις μάλη , εὔχρηστος μόνον εἰς τὴν γενικὴν εἰς τὴν φράσιν ὑπὸ μάλης (= ὑπὸ τὴν μασχάλην)·

3) ἡ λέξις νέωτα , αἰτιατικῆς ἑνικοῦ, εὔχρηστος εἰς τὴν φράσιν ἐς νέωτα (= τοῦ χρόνου)·

4) αἱ λέξεις ὦ τᾶν (= ὦ φίλε) καὶ ὦ μέλε (= καλέ μου).

Αρχή Κεφαλαίου
Αρχή Υποκεφαλαίου
Περιεχόμενα

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄

ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ

1. ᾽Ορισμὸς. Γενικαὶ παρατηρήσεις

§ 105. ᾽Επίθετα λέγονται αἱ λέξεις, αἱ ὁποῖαι σημαίνουν ποιότητα ἢ ἰδιότητα οὐσιαστικοῦ τινος: (ἄρτος) λευκός , (οἰκία) ὑψηλή , (ὅπλον) βαρύ .

§ 106. Ἐκ τῶν ἐπιθέτων :

1) τὰ πλεῖστα ἔχουν τρία γένη, ἀρσενικόν, θηλυκὸν καὶ οὐδέτερον, καὶ ταῦτα λέγονται τριγενῆ : ὁ καλός, ἡ καλή, τὸ καλὸν - ὁ ἄκαρπος, ἡ ἄκαρπος, τὸ ἄκαρπον - ὁ εὐθύς, ἡ εὐθεῖα, τὸ εὐθὺ - ὁ εὐγενής, ἡ εὐγενής, τὸ εὐγενές··

2) πολλὰ ἔχουν δύο μόνον γένη, τὸ ἀρσενικὸν καὶ τὸ θηλυκόν, καὶ ταῦτα λέγονται διγενῆ : ὁ φυγάς, ἡ φυγὰς - ὁ ἂρπαξ, ἡ ἂρπαξ.

§ 107. ᾽Εκ τῶν τριγενῶν ἐπιθέτων :

1) ὅσα ἔχουν τρεῖς καταλήξεις, ἤτοι μίαν δι’ ἕκαστον γένος, λέγονται τρικατάληκτα : κακ ός , κακ , κακ ὸν - βαρ ύς , βαρεῖ α , βαρ ·

2) ὅσα ἔχουν δύο καταλήξεις, ἤτοι μίαν διὰ τὸ ἀρσενικὸν καὶ τὸ θηλυκὸν καὶ μίαν διὰ τὸ οὐδέτερον, λέγονται δικατάληκτα : ὁ, ἡ βάρβαρος, τὸ βάρβαρον - ὁ, ἡ εὔελπις, τὸ εὔελπι.

§ 108. Τὰ διγενῆ ἐπίθετα εἶναι μονοκατάληκτα : ὁ πένης, ἡ πένης - ὁ βλάξ, ἡ βλάξ.

§ 109. 1) Τῶν τρικαταλήκτων ἐπιθέτων τὸ θηλυκὸν κλίνεται πάντοτε κατὰ τὴν α΄ κλίσιν, τὸ δὲ ἀρσενικὸν καὶ τὸ οὐδέτερον ἄλλων μὲν κατὰ τὴν β΄ κλίσιν, καὶ ταῦτα λέγονται δευτερόκλιτα , ἄλλων δὲ κατὰ τὴν γ΄ κλίσιν, καὶ ταῦτα λέγονται τριτόκλιτα : δίκαι- ος, δικαί- α, δίκαι- ον - εὐρ- ύς, εὐρ- εῖα, εὐρ- ύ··

2) τὰ δικατάληκτα ἐπίθετα κλίνονται ἄλλα μὲν κατα τὴν β΄ κλίσιν, ἄλλα δὲ κατὰ τὴν γ΄ : ὁ, ἡ βάναυσ- ος, τὸ βάναυσ- ον - ὁ, ἡ εὐγενής, τὸ εὐγενές··

3) τὰ μονοκατάληκτα ἐπίθετα κλίνονται τὰ πλεῖστα κατὰ τὴν γ’ κλίσιν.

2. Κλίσις τῶν ἐπιθέτων

Α΄) Δευτερόκλιτα

1. Ἀσυναίρετα

§ 110. Παραδείγματα δευτεροκλίτων ἀσυναιρέτων ἐπιθέτων

῾Ενικὸς

(θ. καλο-, καλη-, καλο-)

(θ, δικαιο-, δικαια-, δικαιο-)

καλ- ὸς καλ- ὴ καλ- ὸν

καλ- οῦ καλ- ῆς καλ- οῦ

καλ- ῷ καλ- ῇ καλ- ῷ

καλ- ὸν καλ- ὴν καλ- ὸν

καλ- ὲ καλ- ὴ καλ- ὸν

δίκαι- ος δικαί- α δίκαι- ον

δικαί- ῳ δικαί- ᾳ δικαί- ῳ

δικαί- ου δικαί- ας δικαί- ου

δίκαι- ον δικαί- αν δίκαι- ον

δίκαι- ε δικαί- α δίκαι- ον

Πληθυντικὸς

καλ- οὶ καλ- αὶ καλ- ὰ

καλ- ῶν καλ- ῶν καλ- ῶν

καλ- οῖς καλ- αῖς καλ- οῖς

καλ- οὺς καλ- ὰς καλ- ὰ

καλ- οὶ καλ- αὶ καλ- ὰ

δίκαι- οι δίκαι- αι δίκαι- α

δικαί- ων δικαί- ων δικαί- ων

δικαί- οις δικαί- αις δικαί- οις

δικαί- ους δικαί- ας δίκαι- α

δίκαι- οι δίκαι- αι δίκαι- α

(βλ. § 46, 2, § 53, α, β).

§ 111 . Τῶν τρικαταλήκτων εἰς - ος ἐπιθέτων τὸ θηλυκόν :

1) κανονικῶς λήγει εἰς - η : σοφός, σοφὴ - τερπνός, τερπνή . Ἀλλ’

ὅταν πρὸ τῆς καταλήξεως - ος τοῦ ἀρσενικοῦ ὑπάρχῃ φωνῆεν ἢ ρ , τότε τὸ θηλυκὸν λήγει εἰς α μακρὸν (§ 50,1) : νέ- ος, νέ- α - τέλει- ος, τελεί- α - νεκρ- ός, νεκρ,- ὰ (πλὴν ὄγδο- ος, ὀγδό- η)·

2) εἰς τὴν πληθυντικὴν ὀνομαστικὴν καὶ γενικὴν τονίζεται ὅπου καὶ ὅπως τὸ ἀρσενικὸν εἰς τὰς ἰδίας πτώσεις : πλούσιαι, πλουσιων (πλούσιοι, πλουσίων) - ἀρχαῖαι, ἀρχαίων (ἀρχαῖοι, ἀρχαίων) - μικραί, μικρῶν (μικροί, μικρῶν).

§ 112. ᾽Εκ τῶν εἰς - ος ἐπιθέτων δικατάληκτα εἶναι :

1) τὰ πλεῖστα ἐκ τῶν συνθέτων εἰς - ος : (ὁ, ἡ) ἄ- καρπος, (ὁ, ἡ) ἀ-θάνατος , (ὁ, ἡ) ἐπί- τιμος , (ὁ, ἡ) ἔν- δοξος κλπ.·

2) μερικὰ ἁπλᾶ, τὰ ὁποῖα λήγουν εἰς - ειος ἢ - ιος ἢ - ιμος : (ὁ, ἡ) βόρ -- ειος , (ὁ, ἡ) γαμήλ- ιος , (ὁ, ἡ) δόκ- ιμος··

3) τὰ ἐπίθετα βάναυσος, βάρβαρος, ἥμερος, ἤρεμος, ἥσυχος, κίβδηλος, λάβρος, λάλος.

Σημείωσις . Μερικὰ σύνθετα εἰς - ος εἶναι τρικατάληκτα, ὡς ἀντάξιος, ἀνταξία, ἀντάξιον - ἐναντίος, ἐναντία, ἐναντίον - πάγκαλος, παγκάλη, πάγκαλον.

῾Ομοίως τὰ εἰς - ικος παρασύνθετα : (ἐξεταστὴς) ἐξεταστικός, ἐξεταστική, ἐξεταστικὸν - (εὐδαίμων) εὐδαιμονικός , εὐδαιμονική , εὐδαιμονικόν .

Μερικὰ δὲ ἁπλᾶ ἢ σύνθετα εἰς - ος εἶναι συγχρόνως τρικατάληκτα καὶ δικατάληκτα : ὁ βέβαιος, ἠ βεβαία ἢ βέβαιος, τὸ βέβαιον -ὁ ἔρημος, ἡ ἐρήμη ἢ ἔρημος, τὸ ἔρημον - ὁ ἀναίτιος, ἡ ἀναιτία ἢ ἀναίτιος, τὸ ἀναίτιον - ὁ ἀνάξιος, ἡ ἀναξία ἢ ἀνάξιος, τὸ ἀνάξιον.

2. Συνῃρημένα

§ 113. Παραδείγματα δευτεροκλίτων συνῃρημένων ἐπιθέτων

῾Ενικὸς

(θ. χρυσεο-, χρυσεᾶ-, χρυσεο-) (θ. εὐνοο-, εὐνου-) χρυσοῦς χρυσῆ χρυσοῦν χρυσοῦ χρυσῆς χρυσοῦ χρυσῷ χρυσῆ χρυσῷ χρυσοῦν χρυσῆν χρυσοῦν ὁ ἡ εὔνους τὸ εὔνουν τοῦ τῆς εὔνου τοῦ εὔνου τῷ τῆ εὔνῳ τῷ εὔνῳ τὸν τὴν εὔνουν τὸ εὔνουν Πληθύντικος

χρυσοῖ χρυσαῖ χρυσᾶ

χρυσῶν χρυσῶν χρυσῶν

χρυσοῖς χρυσαῖς χρυσοῖς

χρυσοῦς χρυσᾶς χρυσᾶ

οἱ αἱ εὖνοι τὰ εὔνοα

τῶν εὔνων τῶν εὔνων

τοῖς ταῖς εὔνοις τοῖς εὔνοις

τοὺς τὰς εὔνους τὰ εὔνοα

(βλ. § 57 κ. ἑ.).

Παρατηρήσεις

§ 114. Τὰ τρικατάληκτα συνῃρημένα εἰς - οῦς ἐπίθετα κανονικῶς σχηματίζουν τὸ θηλυκὸν εἰς - : κυανοῦς, κυανῆ - χαλκοῦς, χαλκῆ. Ἀλλ’ ὅταν πρὸ τῆς καταλήξεως - ους τοῦ ἀρσενικοῦ ὑπάρχῃ ερ, τότε σχηματίζουν τὸ θηλυκὸν εἰς - α : ἐρεοῦς, ἐρεᾶ - κεραμεοῦς, κεραμεᾶ -ἀργυροῦς, ἀργυρᾶ· ( πρβλ. § 111, 1).

§ 115. Δικατάληκτα συνῃρημένα εἰς - ους ἐπίθετα εἶναι σύνθετα ἐπίθετα μὲ δεύτερον συνθετικὸν τὰς λέξεις νοῦς, πλοῦς, ροῦς, χροῦς : ὁ, ἡ κακόνους, τὸ κακόνουν - ὁ, ἡ εὔπλους, τὸ εὔπλουν - ὁ, ἡ εὔρους, τὸ εὔρουν - ὁ, ἡ ἄχρους, τὸ ἄχρουν.

Σημείωσις . Τὰ πολλαπλασιαστικὰ ἀριθμητικὰ εἰς - πλοῦς εἶναι τρικατάληκτα καὶ κλίνονται κατὰ τὸ συνῃρημένον ἐπίθετον ὁ χρυσοῦς , ἠ χρυσῆ, τὁ χρυσοῦν : ἁπλοῦς, ἁπλῆ, ἁπλοῦν - διπλοῦς, διπλῆ, διπλοῦν κλπ .

§ 116. Τῶν δικαταλήκτων συνῃρημένων εἰς - ους ἐπιθέτων

1) τὸ - οα τοῦ πληθυντικοῦ τοῦ οὐδετέρου μένει ἀσυναίρετον : τὰ

εὔπλοα, τὰ ἂχροα·

2) ἡ ἐκ συναιρέσεως προερχομένη κατάληξις - οι τῆς πληθυντικῆς ὀνομαστικῆς ὡς πρὸς τὸν τονισμὸν λαμβάνεται ὡς βραχεῖα : οἱ εὖνοι , εὗχροι (ὅπως π. χ. οἱ ταῦροι).

3. Ἀττικόκλιτα

§ 117. Παραδείγματα ἀττικοκλίτων ἐπιθέτων

Ἑνικὸς Πληθυντικὸς

(θ. ἱλεω-)

ὁ ἡ ἵλεως τὸ ἵλεων

τοῦ τῆς ἵλεω τοῦ ἵλεω

τῷ τῇ ἵλεῳ τῷ ἵλεῳ

τὸν τὴν ἵλεων τὸ ἵλεων

ὦ ἵλεως ὦ ἵλεων

οἱ αἱ ἵλεῳ τὰ ἵλεα

τῶν ἵλεων τῶν ἵλεων

τοῖς ταῖς ἵλεῳς τοῖς ἵλεῳς

τοὺς τὰς ἵλεως τὰ ἵλεα

ὦ ἵλεῳ ὦ ἵλεα

Παρατηρήσεις

§ 118. Τὰ ἀττικόκλιτα ἐπίθετα

1) εἶναι δικατάληκτα : ὁ, ἡ ἀξιόχρεως, τὸ ἀξιόχρεων -ὁ, ἡ ἀγήρως, τὸ ἀγήρων - ὁ, ἡ ἔμπλεως, τὸ ἔμπλεων - ὁ, ἡ εὔκερως, τὸ εὔκερων˙ τρικατάληκτον δὲ εἶναι μόνον τὸ ἐπίθετον πλέως (πλέα, πλέων)˙

2) εἰς τὴν πληθυντικὴν ὀνομαστικὴν, αἰτιατικὴν καὶ κλητικὴν τοῦ οὐδετέρου ἔχουν κατάληξιν οὐχὶ , ἀλλὰ , ὅπως τὰ οὐδέτερα τῆς κοινῆς β΄ κλίσεως : τὰ ἔμπλεα (ὅπως π.χ. τὰ δίκαια).

Β΄) Τριτόκλιτα

1. Φωνηεντόληκτα. Τρικατάληκτα

§ 119. Παραδείγματα τρικαταλήκτων ἐπιθέτων

Ἐνικὸς

εὐθὺ- ς εὐθεῖα εὐθὺ

εὐθέ- ος εὐθείας εὐθέ- ος

εὐθεῖ εὐθείᾳ εὐθεῖ

εὐθὺ- ν εὐθεῖαν εὐθὺ

εὐθὺ εὐθεῖα εὐθὺ

ἥμισυ- ς ἡμίσεια ἥμισυ

ἡμίσε- ος ἡμισείας ἡμίσε- ος

ἡμίσει ἡμισείᾳ ἡμίσει

ἥμισυ- ν ἡμίσειαν ἥμισυ

ἥμισυ ἡμίσεια ἥμισυ

Πληθυντικὸς

εὐθεῖς εὐθεῖαι εὐθέ-α

εὐθέ-ων εὐθειῶν εὐθέ-ων

εὐθέ-σι εὐθείαις εὐθέ-σι

εὐθεῖς εὐθείας εὐθέ-α

εὐθεῖς εὐθεῖαι εὐθέ-α

ἡμίσεις ἡμίσειαι ἡμίσε-α (καὶ ἡμίση)

ἡμισέ-ων ἡμισειῶν ἡμισέ-ων

ἡμίσε-σι ἡμισείαις ἡμίσε-σι

ἡμίσεις ἡμισείας ἡμίσεα (καὶ ἡμίση)

ἡμίσεις ἡμίσειαι ἡμίσεα (καὶ ἡμίση)

§ 12Ο. Τὰ εἰς - υς τρικατάληκτα ἐπίθετα τὰ πλεῖστα εἶναι ὀξύτονα : ( βαθύς, βαρύς, εὐρύς, παχύς, ταχὺς κτλ.)· βαρύτονα δὲ εἶναι μόνον τὸ ἥμισυς καὶ θῆλυς ( θήλεια, θῆλυ ). Τὸ δὲ θηλυκὸν αὐτῶν σχηματίζεται ἀπὸ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον λήγει εἰς - ε , μὲ τὴν κατάληξιν - ια : (βαρέ- ια) βαρεῖα .

§ 121. Κατὰ τὴν γ΄ κλίσιν κλίνονται καὶ δικατάληκτα ἐπίθετα εἰς - υς (γεν. - υος ἢ - εος ) σύνθετα, μὲ δεύτερον συνθετικὸν ὄνομα φωνηεντόληκτον, τὸ ὁποῖον λήγει εἰς - υς (γεν. - υος ἢ - εως ), ὡς

ὁ ἡ εὔβοτρυ- ς τὸ ευβοτρυ

τοῦ τῆς εὐβότου- ος τοῦ εὐβότρυ- ος

τῷ τῆ εὐβότρυ- ϊ τῷ εὐβότρυ- ϊ

τὸν τὴν εὔβοτρυ- ν τὸ εὔβοτρυ

κλπ. κλπ.

οἱ αἱ εὐβότρυ- ες τὰ εὐβότρυ- α

τῶν εὐβοτρύ- ων τῶν εὐβοτρύ- ων

κλπ. κλπ.

δίπηχυ- ς δίπηχυ

διπήχε- ος διπήχε- ος

διπήχει διπήχει

δίπηχυ- ν δίπηχυ

κλπ. κλπ.

διπήχεις διπήχε- α

(καὶ διπήχη)

διπηχέ- ων

κλπ.

2. Συμφωνόληκτα

§ 122. α΄) Ἀφωνόληκτα

῾Ενικὸς

(θ. ἁπαντ-)

(θ. χαριεντ-, χαριετ-)

ἅπας ἅπασα ἅπαν

ἅπαντ- ος ἁπάσης ἅπαντ- ος

ἅπαντ- ι ἁπάσῃ ἅπαντ- ι

ἅπαντ- α ἅπασαν ἅπαν

ἅπας ἅπασα ἅπαν

χαρίεις χαρίεσσα χαρίεν

χαρίεντ- ος χαριέσσης χαρίεντ- ς

χαρίεντ- ι χαριέσσῃ χαρίεντ- ι

χαρίεντ- α χαρίεσσαν χαρίεν

χαρίεν χαρίεσσα χαρίεν

Πληθυντικὸς

ἅπαντ- ες ἅπασαι ἅπαντ- α

ἁπάντ- ων ἁπασῶν ἁπάντ- ων

ἅπα-σι ἁπάσαις ἅπα- σι

ἅπαντ- ας ἁπάσας ἅπαντ- α

ἅπαντ- ες ἅπασαι ἅπαντ- α

χαρίεντ-ες χαρίεσσαι χαρίεντ-α

χαριέντ-ων χαριεσσῶν χαριέντ-ων

χαρίε-σι χαριέσσαις χαρίε-σι

χαρίεντ-ας χαριέσσας χαρίεντ-α

χαρίεντ-ες χαρίεσσαι χαρίεντ-α

῾Ενικὸς Πληθυντικὸς

ἄκων ἄκουσα ἆκον

ἄκοντ- ος ἀκούσης ἄκοντ- ος

ἄκοντ- ι ἀκούσῃ ἄκοντ- ι

ἄκοντ-α ἄκουσαν ἆκον

ἆκον ἄκουσα ἆκον

ἄκοντ- ες ἄκουσαι ἄκοντ- α

ἀκόντ- ων ἀκουσῶν ἀκόντ- ων

ἄκου- σι ἀκούσαις ἄκου- σι

ἄκοντ- ας ἀκούσας ἄκοντ- α

ἄκοντ- ες ἄκουσαι ἄκοντ- α

(βλ. § 80 κ. ε.).

Σημείωσις . Κατὰ τὰ ἅπας κλίνεται καὶ τὸ ἐπίθετον πᾶς, πᾶσα, πᾶν ( παντός, παντὶ - πάντες, πάντων) , (βλ. § 36, 4, ε΄ καὶ § 101 - § 103).

Κατὰ τὸ ἐπίθετον χαρίεις κλίνονται καὶ τὰ ἐπίθετα ἀστερόεις ( ἀστερόεσσα, ἀστερόεν ), ἰχθυόεις, ὑλήεις, φωνήεις ( φωνήεσσα, φωνῆεν ) κτλ. Τούτων ἡ πληθυντικὴ δοτικὴ καὶ τὸ θηλυκὸν σχηματίζονται ἀπὸ τὸ θέμα εἰς - ετ : (τοῖς φωνήετ- σι=) φωνήεσι , (ἡ φωνήετ-ια=) φωνήεσσα (βλ. § 33, 4 καὶ § 36, 4 γ΄).

Κατὰ τὸ ἄκων κλίνεται καὶ τὸ ἐπίθετον ἐκών, ἐκοῦσα, ἐκὸν · (βλ. § 36, 4 καὶ § 81).

§ 123. Ἀφωνόληκτα τριτόκλιτα ἐπίθετα εἶναι προσέτι :

1) δικατάληκτα ἐπίθετα σύνθετα, μὲ δεύτερον συνθετικὸν ὄνομα οὐσιαστικὸν τριτόκλιτον ἀφωνόληκτον. Τὰ ἐπίθετα ταῦτα κλίνονται κατὰ τὸ πλεῖστον ὅπως καὶ τὸ δεύτερον συνθετικόν των, οἷον

ὁ, ἡ ἄχαρις, τὸ ἂχαρι - τοῦ, τῆς ἀχάριτος - τόν, τὴν ἄχαριν κτλ. (βλ. § 82

ὁ, ἡ εὔελπις, τὸ εὔελπι - τοῦ, τῆς εὐέλπιδος - τόν, τὴν εὔελπιν κτλ. οἱ, αἱ εὐέλπιδες, τῶν εὐελπίδων κτλ.

ὁ, ἡ δίπους, τὸ δίπουν κτλ. (βλ. § 82, Σημ. 1)·

ὁ, ἡ μονόδους, τὸ μονόδουν - τοῦ, τῆς μονόδοντος, τοῦ μονόδοντος κτλ.· (βλ. § 81 κ. ἑ.)

2) μονοκατάληκτα ἐπίθετα ἁπλᾶ ἢ σύνθετα, οἷον

ὁ, ἡ βλὰξ - τοῦ, τῆς βλακ- ὸς κτλ. , ὁ, ἡ ἅρπαξ - τοῦ, τῆς ἅρπαγ-ος κτλ.··

ὁ, ἡ πένης - τοῦ, τῆς πένητ- ος κτλ. , ὁ, ἡ φυγὰς - τοῦ, τῆς φυγάδ-ος κτλ.·

ὁ, ἡ ἄπαις - τοῦ, τῆς ἄπαιδ- ος κτλ. , ὁ, ἡ ἔπηλυς - τοῦ, τῆς ἐπήλυδ- ος κτλ.

β΄) ᾽Ενρινόληκτα καὶ ὑγρόληκτα

§ 124. α΄ Τρικατάληκτα

῾Ενικὸς Πληθυντικὸς

(θ. μελαν-)

μέλας μέλαινα μέλαν

μέλαν- ος μελαίνης μέλαν- ος

μέλαν- ι μελαίνῃ μέλαν- ι

μέλαν- α μέλαιναν μέλαν

μέλαν μέλαινα μέλαν

μέλαν- ες μέλαιναι μέλαν- α

μελάν- ων μελαινῶν μελάν- ων

μέλα- σι μελαίναις μέλα- σι

μέλαν- ας μελαίνας μέλαν- α

μέλαν- ες μέλαιναι μέλαν- α

Οὕτω κλίνεται καὶ τὸ ἐπίθετον τάλας ( τάλαινα, τάλαν )· (βλ. § 33, § 35).

§ 125. Τῶν τριτοκλίτων τρικαταλήκτων ἐπιθέτων τὸ θηλυκὸν

1) λήγει πάντοτε εἰς α βραχύ : ταχύς, ταχεῖᾰ - πᾶς, πᾶσᾰ - φωνήεις , φωνήεσσᾰ - ἑκών, ἑκοῦσᾰ - τάλας, τάλαινᾰ ·

2) εἰς τὴν γενικὴν τοῦ πληθυντικοῦ τονίζεται πάντοτε ἐπὶ τῆς ληγούσης : τῶν ταχειῶν, πασῶν, φωνηεσσῶν, ἑκουσῶν, ταλαινῶν (βλ. καὶ § 111, 2).

§ 126. β΄. Δικατάληκτα

῾Ενικὸς

(θ. εὐδαιμων-, εὐδαιμον-)

(θ. ἀρρεν-, ἀρρεν-)

ὁ ἡ εὐδαίμων τὸ εὔδαιμον

τοῦ τῆς εὐδαίμον-ος τοῦ εὐδαίμον-ος

τῷ τῇ εὐδαίμον- ι τῷ εὐδαίμον-ι

τὸν τὴν εὐδαίμον- α τὸ εὔδαιμον

ὦ εὔδαιμον

ὁ ἡ ἄρρην τὸ ἄρρεν

τοῦ τῆς ἄρρεν- ος τοῦ ἄρρεν- ος

τῷ τῇ ἄρρεν- ι τῷ ἄρρεν- ι

τὸν τὴν ἄρρεν- α τὸ ἄρρεν

ὦ ἄρρεν

Πληθυντικὸς

οἱ αἱ εὐδαίμον- ες τὰ εὐδαίμον- α

τῶν εὐδαιμόν- ων

τοῖς ταῖς εὐδαίμο- σι τοῖς εὐδαίμο- σι

τοὺς τὰς εὐδαίμον- ας τὰ εὐδαίμον- α

ὦ εὐδαίμον- ες ὦ εὐδαίμον- α

οἱ αἱ,ἄρρεν- ες τὰ ἄρρεν- α

τῶν ἀρρέν- ων

τοῖς ταῖς ἄρρε- σι τοῖς ἄρρε-σι

τοὺς τὰς ἄρρεν- ας τὰ ἄρρεν- α

ὦ ἄρρεν- ες ὦ ἄρρεν- α

῾Ενικὸς

Πληθυντικὸς

ὁ ἡ ἀπάτωρ τὸ ἀπάτορ

τοῦ τῆς ἀπάτορ- ος τοῦ ἀπάτορ-ο

τῷ τῆ ἀπάτορ- ι τῷ ἀπάτορ-ι

τὸν τὴν ἀπάτορ- α τὸ ἀπάτορ

ὦ ἀπάτορ*

οἱ αἱ ἀπάτορ- ες τὰ ἀπάτορ-α

τῶν ἀπατόρ- ων

τοῖς ταῖς ἀπάτορ-σι τοῖς ἀπάτορ-σι

τοὺς τὰς ἀπάτορ- ας τὰ ἀπάτορ- α

ὦ ἀπάτορ- ες ὦ ἀπάτορ- α

* «αἱ δὲ είς - ορ ὑπὲρ δύο συλλαβὰς κλητικαὶ ἐν ταύτῃ τῇ συλλαβῇ φυλάττουσι τὸν τόνον, ἐν ᾖ συλλαβῇ ἔχει αὐτὸν ἡ εὐθεῖα ». ῾Ηρῳδιανός, Α, σελ. 419, 13 - 16.

§ 127. ᾽Ενρινόληκτα καὶ ὑγρόληκτα τριτόκλιτα ἐπίθετα εἶναι προσέτι μονοκατάληκτα ἐπίθετα ἁπλᾶ ἢ σύνθετα μὲ δεύτερον συνθετικὸν ὄνομα οὐσιαστικὸν τριτόκλιτον ἐνρινόληκτον ἢ ὑγρόληκτον, οἷον

ὁ ἡ μάκαρ, τοῦ τῆς μάκαρ- ος, κτλ.

ὁ ή ὑψαύχην, τοῦ τῆς ὑψαύχεν- ος, κτλ.

ὁ ἡ μακρόχειρ, τοῦ τῆς μακρόχειρ- ος, κτλ.

§ 128 . Τὰ ἐνρινόληκτα καὶ ὑγρόληκτα τριτόκλιτα ἐπίθετα

1) τὴν ἑνικὴν κλητικὴν τὴν σχηματίζουν πάντα ὁμοίαν μὲ τὸ θέμα, καὶ ἂν εἶναι διπλόθεμα, ὁμοίαν μὲ τὸ ἀσθενὲς θέμα : ὦ μέλαν, ὦ τάλαν - ( ἐλεήμων, τὸ ἐλεῆμον) ὦ ἐλεῆμον - (νοήμων, τὸ νοῆμον) ὡ νοῆμον - (ἄρρην, ἄρρεν- ος) ὦ ἄρρεν - (ἀπάτωρ, ἀπάτορ- ος) ὦ ἀπάτορ··

2) ἐκ τῶν συνθέτων εἰς - ων τὰ πλεῖστα ἀναβιβάζουν τὸν τόνον εἰς τὴν ἑνικὴν κλητικὴν τοῦ ἀρσενικοῦ καὶ τοῦ θηλυκοῦ καὶ εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν (αἰτιατικὴν καὶ κλητικὴν) τοῦ οὐδετέρου : (ὁ, ἡ εὐγνώμων) ὦ εὔγνωμον, τὸ εὔγνωμον · (ὁ, ἡ εὐσχήμων) ὦ εὔσχημον, τὸ εὔσχημον · ἀλλὰ (ὁ, ἡ ἀμνήμων) ὦ ἀμνῆμον, τὸ ἀμνῆμον · (ὁ, ἡ μεγαλόφρων) ὦ μεγαλόφρον, τὸ μεγαλόφρον .

γ΄) Σιγμόληκτα

§ 129 . Τὰ σιγμόληκτα τριτόκλιτα ἐπίθετα εἶναι πάντα δικατάληκτα, διπλόθεμα, εἰς -ης τὸ ἀρσενικὸν καὶ θηλυκὸν καὶ εἰς -ες τὸ οὐδέτερον, σύνθετα δὲ τὰ πλεῖστα, μὲ δεύτερον συνθετικὸν ὄνομα οὐδέτερον σιγμόληκτον είς -ος ἢ ῥῆμα : ὁ, ἡ ὑγιής, τὸ ὑγιὲς - ὁ, ἡ εὐγενής, τὸ εὐγενὲς (εὖ, γένος) - ὁ, ἡ πλήρης, τὸ πλῆρες - ὁ, ἡ εὐσεβής, τὸ εὐσεβὲς (εὖ, σέβομαι) - ὁ, ἡ ἀμελής, τὸ ἀμελὲς (ἀ, μέλει) - ὁ, ἡ εὐώδης, τὸ εὐῶδες (εὖ, ὄζω, θ. ὀδ-).

Παραδείγματα

῾Ενικὸς

Πληθυντικὸς

(θ. ἐπιμελησ-, ἐπιμελεσ-)

ὁ ἡ ἐπιμελὴς τὸ ἐπιμελὲς

τοῦ τῆς ἐπιμελοῦς τοῦ ἐπιμελοῦς

τῷ τῇ ἐπιμελεῖ τῷ ἐπιμελεῖ

τὸν τὴν ἐπιμελῆ τὸ ἐπιμελὲς

ὦ ἐπιμελὲς

οἱ αἱ ἐπιμελεῖς τὰ ἐπιμελῆ

τῶν ἐπιμελῶν

τοῖς ταῖς ἐπιμελέσι τοῖς ἐπιμελέσι

τοὺς τὰς ἐπιμελεῖς τὰ ἐπιμελῆ

ὦ ἐπιμελεῖς ὦ ἐπιμελῆ

῾Ενικὸς

Πληθυντικὸς

(θ. εὐηθησ- , εὐηθεσ-)

ὁ ἡ εὐήθης τὸ εὔηθες

τοῦ τῆς εὐήθους τοῦ εὐήθους

τῷ τῇ εὐήθει τῷ εὐήθει

τὸν τὴν εὐήθη τὸ εὔηθες

ὦ εὔηθες

οἱ αἱ εὐήθεις τὰ εὐήθη

τῶν εὐήθων

τοῖς ταῖς εὐήθεσι τοῖς εὐήθεσι

τοὺς τὰς εὐήθεις τὰ εὐήθη

ὦ εὐήθεις ὦ εὐήθη

Παρατηρήσεις

§ 130. Τὰ εἰς -ης, -ες σιγμόληκτα τριτόκλητα ἐπίθετα

1) ἀπὸ τὸ ἰσχυρὸν θέμα σχηματίζουν μόνον τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν τοῦ ἀρσενικοῦ καὶ τοῦ θηλυκοῦ γένους·

2) τοῦ ἀρσενικοῦ καὶ τοῦ θηλυκοῦ γένους τὴν μὲν ἑνικὴν κλητικὴν σχηματίζουν ὁμοίαν μὲ τὸ ἀσθενὲς θέμα, τὴν δὲ πληθυντικὴν αἰτιατικὴν ὁμοίαν μὲ τὴν πληθυντικὴν ὀνομαστικήν : ὁ, ἡ εὐσεβής, ὦ εὐσεβὲς - (οἱ, αἱ εὐγενεῖς) τούς, τὰς εὐγενεῖς·

3) τὰ βαρύτονα εἰς τὴν ἑνικὴν κλητικὴν τοῦ ἀρσενικοῦ καὶ τοῦ θηλυκοῦ καὶ εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν (αἰτιατικὴν καὶ κλητικὴν) τοῦ οὐδετέρου ἀναβιβάζουν τὸν τόνον, εἰς δὲ τὴν πληθυντικὴν γενικὴν παντὸς γένους τονίζονται εἰς τὴν παραλήγουσαν παρὰ τὸν κανόνα : ὁ, ἡ συνήθης, ὦ σύνηθες, τὸ σύνηθες - ὁ, ἡ αὐτάρκης, ὦ αὔταρκες, τὸ αὔταρκες - οἱ, αἱ πλήρεις, τὰ πλήρη, τῶν πλήρων (ἐκ τοῦ πληρέσ - ων, πληρέ - ων) - οἱ, αἱ εὐμεγέθεις, τὰ εὐμεγέθη, τῶν εὐμεγέθων (ἐκ τοῦ εὐμεγεθέσ-ων, εὐμεγεθέ-ων) (βλ. § 25).

Σημείωσις 1. Τονίζονται κανονικῶς εἰς τὴν ἑνικὴν κλητικὴν τοῦ ἀρσενικοῦ καὶ τοῦ θηλυκοῦ καὶ εἰς τὸ οὐδέτερον τὰ σύνθετα ὅσα λήγουν εἰς -ώδης , -ώλης καὶ -ήρης : εὐώδης, ὦ εὐῶδες, τὸ εὐῶδες - ἐξώλης, ὦ ἐξῶλες, τὸ ἐξῶλες - ξιφήρης, ὦ ξιφῆρες, τὸ ξιφῆρες .

Σημείωσις 2. Ἐπίθετον εἰς -ης ἀρχῆθεν ἦτο καὶ ἡ λέξις ἡ τριήρης ( τῆς τριήρους, τῇ τριήρει, τὴν τριήρη, ὦ τριῆρες - αἱ τριήρεις, τῶν τριήρων, ταῖς τριήρεσι, τὰς τριήρεις ), ἐγένετο δὲ οὐσιαστικὸν ἡ λέξις αὕτη κατὰ παράλειψιν τῆς λέξεως ναῦς.

3. Ἀνώμαλα ἐπίθετα

§ 131. Συνήθη ἀνώμαλα ἐπίθετα τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἶναι πέντ :

μέγας, πολύς, πρᾶος, σῶος ἢ σῶς καὶ φροῦδος.

Ἑνικὸς Πληθυντικὸς

(θ. μεγα- καὶ μεγαλο-)

μέγας μεγάλη μέγα

μεγάλο μεγάλης μεγάλου

μεγάλῳ μεγάλῃ μεγάλῳ

μέγα-ν μεγάλην μέγα

ὦ μέγα ἢ μεγάλε μεγάλη μέγα

μεγάλοι μεγάλαι μεγάλα

μεγάλων μεγάλων μεγάλων

μεγάλοις μεγάλαις μεγάλοις

μεγάλους μεγάλας μεγάλα

μεγάλοι μεγάλαι μεγάλα

(θ. πολυ- καὶ πολλο-)

πολὺς πολλὴ πολὺ

πολλοῦ πολλῆς πολλοῦ

πολλῷ πολλῆ πολλῷ

πολὺ-ν πολλὴν πολὺ

πολὺ πολλῆ πολὺ

πολλοὶ πολλαὶ πολλὰ

πολλῶν πολλῶν πολλῶν

πολλοῖς πολλαῖς πολλοῖς

πολλοὺς πολλὰς πολλὰ

πολλοὶ πολλαὶ πολλὰ

(θ. πραο- καὶ πραε-)

πρᾶος πραεῖα πρᾶον

πράου πραείας πράου

πράῳ πραείᾳ πράῳ

πρᾶον πραεῖαν πρᾶον

κτλ.

πρᾶοι πραεῖαι πραέα

πραέων πραειῶν πραέων

πραέσι πραείαις πραέσι

πράους πραείας πραέα

κτλ.

ὁ σῶς ἡ σῶς τὸ σῶν οἱ σῷ αἱ σῷ τὰ σᾶ

τὸν σῶν τὴν σῶν τὸ σῶν τοὺς σῶς τὰς σῶς τὰ σᾶ

Οἱ ἄλλοι τύποι ἀναπληροῦνται ὑπὸ τοῦ ὁμαλοῦ σῶος, σώα, σῶον.

Τὸ δὲ φροῦδος , φρούδη (καὶ φροῦδος ), φροῦδον εἶναι ἐλλειπτικὸν καὶ εὑρίσκεται μόνον εἰς τὴν ὀνομαστικὴν τοῦ ἑνικοῦ καὶ τοῦ πληθυντικοῦ.

Παράρτημα

Κλίσις τῶν μετοχῶν

§ 132 . Πᾶσαι αἱ μετοχαὶ εἶναι τρικατάληκτοι καὶ (ὅπως τῶν τρικαταλήκτων ἐπιθέτων) τὸ μὲν θηλυκόν των κλίνεται πάντοτε κατὰ τὴν πρώτην κλίσιν, τὸ δὲ ἀρσενικὸν καὶ τὸ οὐδέτερον ἄλλων μὲν κατὰ τὴν δευτέραν κλίσιν, ἄλλων δὲ κατὰ τὴν τρίτην (πρβλ. <§ 109, 1).

§ 133. Αἱ δευτερόκλιτοι μετοχαὶ λήγουν πᾶσαι εἰς -μένος, -μένη , -μένον : γραφόμενος,γραφομένη, γραφόμενον - γεγραμμένος, γεγραμμένη, γεγραμμένον (βλ. § 110, καλός, καλή, καλόν).

§ 134 . Αἱ τριτόκλιτοι μετοχαὶ λήγουν

1) εἰς -ᾶς, ᾶσᾰ, -ἄν : λούσας, λούσασα, λοῦσαν (τοῦ λούσαντ-ος, τῆς λουσάσης, τοῦ λούσαντ-ος κτλ., ὦ λούσας, ὦ λούσασα, ὦ λοῦσαν - οἱ λούσαντ-ες, αἱ λούσασαι, τὰ λούσαντ-α, τοῖς λούσασι κτλ.) (βλ. § 125, ἅπας)·

2) εἰς -είς, -εῖσα, -έν : παιδευθείς, παιδευθεῖσα, παιδευθὲν (τοῦ παιδευθέντ-ος, τῆς παιδευθείσης κτλ., ὦ παιδευθείς, ὦ παιδευθεῖσα, ὦ παιδευθὲν - οἱ παιδευθέντ-ες, αἱ παιδευθεῖσαι, τὰ παιδευθέντ-α, τοῖς παιδευθεῖ-σι κτλ.) (πρβλ. § 122, χαρίεις)˙

3) εἰς -ούς, -οῦσα, -όν : διδούς, διδοῦσα, διδὸν (τοῦ διδόντ- ος, τῆς διδούσης, τοῦ διδόντ- ος κτλ., ὦ διδούς, ὦ διδοῦσα, ὦ διδὸν - οἱ διδόντ- ες, αἱ διδοῦσαι, τὰ διδόντ- α, τοῖς διδοῦ- σι κτλ.) (πρβλ. § 80), ὀδούς, ὀδόντ-ος)·

4) εἰς -ύς, -ῦσα, -ύν : ἀπολλύς, ἀπολλῦσα, ἀπολλὺν (τοῦ ἀπολλύντ- ος, τῆς ἀπολλύσης, τοῦ ἀπολλύντ- ος κτλ., ὦ ἀπολλύς, ὦ ἀπολλῦσα, ὦ ἀπολλὺν - οἱ ἀπολλύντ- ες, αἱ ἀπολλῦσαι, τὰ ἀπολλύντ- α, τοῖς ἀπολλῦ-σι κτλ.) (πρβλ. § 80, ἀνδριάς, καὶ § 122

5) εἰς -ων, -οῦσα, -ον (ἢ -ῶν, -ῶσα, -ῶν-ῶν, -οῦσα, -οῦν ) : γράφων , γράφουσα , γράφον (τοῦ γράφοντ- ος, τῆς γραφούσης, τοῦ γράφοντ- ος κτλ. ὦ γράφων, ὦ γράφουσα, ὦ γράφον, - οἱ γράφοντ- ες, αἱ γράφουσαι, τὰ γράφοντ- α, τοῖς γράφου- σι κτλ.) (βλ. § 122, ἄκων) - τιμῶν (τιμῶντ-ος), τιμῶσα (τιμώσης), τιμῶν (τιμῶντ- ος) (πρβλ. § 82, Σημ. 2, Ξενοφῶν) - καλῶν (καλοῦντ- ος), καλοῦσα (καλούσης) καλοῦν (καλοῦντ- ος)·

6) εἰς -ώς, -υῖα, -ός : λελυκώς, λελυκυῖα, λελυκός.

(θ. λελυκωσ-, λελυκοτ-) (θ. λελυκυσ-) (θ. λελυκοσ-, λελυκοτ-)

λελυκὼς λελυκυῖα λελυκὸς

λελυκότ- ος λελυκυίας λελυκότ- ος

λελυκότ- ι λελυκυίᾳ λελυκότ- ι

λελυκότ- α λελυκυῖαν λελυκὸς

ὦ λελυκὼς ὦ λελυκυῖα ὦ λελυκὸς

λελυκότ- ες λελυκυῖαι λελυκότ- α

λελυκότ- ων λελυκυιῶν λελυκότ- ων

λελυκό- σι λελυκυίαις λελυκό- σι

κτλ. κτλ. κτλ.

7) εἰς -ώς, -ῶσα, ώς : ἑστώς, ἑστῶσα, ἑστὼς (τοῦ ἑστῶτ- ος, τῆς ἑστώσης, το ἑστῶτ- ος κτλ., ὦ ἑστώς, κτλ., τοῖς ἑστῶσι κτλ.) (βλ. § 16, 9).

Σημείωσις . ῾Η λύσασα ἐκ τοῦ ἡ λυσάντ- ια,παιδευθεῖσα ἐκ τοῦ ἡ παιδευθέντ- ια , ἡ διδοῦσα ἐκ τοῦ ἡ διδόντ- ια , ἡ ἀπολλῦσα ἐκ τοῦ ἡ ἀπολλύντ - ια , ἡ γράφουσα ἐκ τοῦ ἡ γραφόντ- ια (βλ. § 36, 4, ε’), ἡ λελυκυῖα ἐκ τοῦ ἡ λελυκύσ- ια (βλ. § 33, 3) - τοῖς λύσασι, τοῖς παιδευθεῖσι , τοῖς διδοῦσι κτλ. ἐκ τοῦ λύσαντ- σι , παιδευθέντ - σι , δίδοντ - σι κτλ. (βλ. § 33, 5).

§ 135. ῾Η ἑνικὴ κλητικὴ τοῦ ἀρσενικοῦ (ὅπως καὶ τοῦ θηλυκοῦ καὶ τοῦ οὐδετέρου) τῶν τριτοκλίτων μετοχῶν εἶναι πάντοτε ὁμοία μὲ τὴν ὀνομαστικήν : ὁ γράψας - ὦ γράψας, ὁ λυθεὶς - ὦ λυθεὶς κτλ.

4. Παραθετικά

§ 136. ῾Η ἰδιότης ἢ ποιότης, τὴν ὁποίαν δηλοῖ ἕν ἐπίθετον, δυναται νὰ ὑπάρχη εἰς περισσότερα τοῦ ἑνὸς ὄντα, ἀλλ’ εἰς διάφορον βαθμόν : λευκὸς ὁ ἄρτος , λευκὴ ἡ χιών, λευκὸν τὸ ὀστοῦν.

1) ῞Οταν τὸ ἐπίθετον δηλοῖ, ὅτι ἕν οὐσιαστικὸν ἔχει ἁπλῶς τὴν δηλουμένην ὑπ’ αὐτοῦ ποιότητα ἢ ἰδιότητα, λέγεται ἐπίθετον θετικοῦ βαθμοῦθετικόν :ὑψηλὸς ῎Ολυμπος·

2) ὅταν τὸ ἐπίθετον δηλοῖ, ὅτι ἕν οὐσιαστικὸν ἔχει τὴν δηλουμένην ὑπ’ αὐτοῦ ποιότητα ἢ ἰδιότητα εἰς ἀνώτερον βαθμὸν ἐν συγκρίσει πρὸς ἕν ἄλλο οὐσιαστικὸν ὁμοειδὲς ἢ ἐτεροειδὲς ἢ ἐν συγκρίσει πρὸς πολλὰ ἄλλα, ὡς ἕν τι λαμβανόμενα, λέγεται ἐπίθετον συγκριτικοῦ βαθμοῦσυγκριτικόν : ὁ ῎Ολυμπός ἐστιν ὑψηλότερος τῆς ῎Οσσης - ἵππος λευκότερος χιόνος - χρυσὸς δὲ κρείσσων μυρίων λόγων βροτοῖς ·

3) ὅταν τὸ ἐπίθετον δηλοῖ ὅτι ἕν οὐσιαστικὸν ἔχει τὴν δηλουμένην ὑπ’ αὐτοῦ ποιότητα ἢ ἰδιότητα εἰς ἀνώτατον βαθμὸν καθ’ ἑαυτὸἐν συγκρίσει πρὸς πάντα τὰ ἄλλα ὁμοειδῆ ὄντα, λέγεται ἐπίθετον ὑπερθετικοῦ βαθμοῦὑπερθετικόν : ὁ ὑψηλότατος ῎Ολυμπος - Ολυμπός ἐστι τὸ ὑψηλότατον πάντων τῶν ὀρέων τῆς ῾Ελλάδος .

§ 137. Τὸ συγκριτικὸν καὶ τὸ ὑπερθετικὸν ἑνὸς ἐπιθέτου ὁμοῦ λέγονται μὲ ἕν ὄνομα παραθετικὰ τοῦ ἐπιθέτου· διακρίνονται δὲ ταῦτα ἀπὸ τοῦ θετικοῦ διὰ τῆς καταλήξεως αὐτῶν.

Συνήθεις καταλήξεις τῶν παραθετικῶν καὶ εἰς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν εἶναι -τερος, (-τέρα, -τερον) διὰ τὸ συγκριτικὸν καὶ -τατος, (-τάτη, -τατον ) διὰ τὸ ὑπερθετικόν.

α’) Ὁμαλὰ παραθετικὰ

§ 138. Τὰ παραθετικὰ παντὸς ἐπιθέτου κανονικῶς σχηματίζονται ἐκ τοῦ θετικοῦ, ἀφοῦ εἰς τὸ θέμα αὐτοῦ (τοῦ ἀρσενικοῦ γένους) προστεθοῦν αἱ παραθετικαὶ καταλήξεις, οἷον :

ξηρὸς (θ. ξηρο-) ξηρό-τερος ξηρό-τατος

βραχὺς (θ. βραχυ-) βραχύ-τερος βραχύ-τατος

ὑγιὴς (θ. ὑγιεσ-) ὑγιέσ-τερος ὑγιέσ-τατος

χαρίεις (θ. χαριεσ-) χαριέσ-τερος, χαριέσ-τατος

§ 139. Τοῦ θέματος τῶν δευτεροκλίτων ἐπιθέτων ὁ χαρακτὴρ ο , ἐὰν ἡ πρὸ αὐτοῦ συλλαβὴ εἶναι βραχεῖα, μετὰ τὴν προσθήκην τῶν παραθετικῶν καταλήξεων ἐκτείνεται εἰς ω (§ 32, 6) :

νέος (θ. νεο-)

σοφὸς (θ. σοφο-)

ἱκανὸς (θ. ἱκᾰνο-)

ἥσυχος (θ. ἡσῠχο-)

τίμιος (θ. τιμῐο-)

Ἀλλὰ ἀνιᾶρὸς

ἰσχῡρὸς

λῑτὸς

ἔντῑμος

ἀκίνδῦνος

εὔθῡμος

ἄλῡπος

ἐλαφρὸς

σεμνὸς

ἕνδοξος

νεώ- τερος

σοφώ- τερος

ἱκανώ- τερος

ἡσυχώ- τερος

τιμιώ- τερος

ἀνιαρό- τερος

ἰσχυρό- τερος

λιτό- τερος

ἐντιμό- τερος

ἀκινδυνό- τερος

εὐθυμό- τερος

ἀλυπό- τερος

ἐλαφρό- τερος

σεμνό- τερος

ἐνδοξό- τερ ος

νεώ- τατος*

σοφώ- τατος

ἱκανώ- τατος

ἡσυχώ- τατος

τιμιώ- τατος

ἀνιαρό- τατος

ἰσχυρό- τατος

λιτό- τατος

ἐντιμό- τατος

ἀκινδυνό- τατος

εὐθυμό- τατος

ἀλυπό- τατος

ἐλαφρό- τατος

σεμνό- τατος

ἐνδοξό- τατος

(βλ. § 11, 2).

§ 140. Πολλῶν ἐπιθέτων τῆς ἀρχαίας γλώσσης τὰ παραθετικὰ σχηματίζονται οὐχὶ κανονικῶς διὰ τῆς προσθήκης μόνον τῶν παραθετικῶν καταλήξεων -τερος καὶ - τατος εἰς τὸ θέμα αὐτῶν, ἀλλὰ κατ᾽ ἀναλογίαν πρὸς τὰ παραθετικὰ ἄλλων ἐπιθέτων (πρβλ. νῦν : ἐλαφρὸς - ἐλαφρύ-τερος ἀντὶ ἐλαφρό- τερος, κατὰ τὸ βαρύ- τερος , γλυκὺς - γλυκό-τερος ἀντὶ γλυκύ- τερος, κατὰ τὸ πικρὸ- τερος ). Οὕτω :

1) τὰ παοαθετικὰ τῶν εἰς -ων, -ον, γεν. -ονος τριτοκλίτων ἐπιθέτων καὶ τῶν ἐπιθέτων ἄσμενος (= εὐχαριστημένος), ἐρρωμένος (= δυνατὸς) καὶ πένης (= πτωχὸς) σχηματίζονται εἰς - έστερος - έστατος (κατὰ τὰ παραθετικὰ τῶν εἰς -ης, -ες σιγμολήκτων) :

εὐδαίμων (θ. εὐδαιμον-) εὐδαιμον-έσ- τερος εὐδαιμον-έσ - τατος

ἄσμενος (θ. ἀσμενο-) ἀσμεν-έσ- τερος ἀσμεν-έσ- τατος

ἐρρωμένος (θ. ἐρρωμενο-) ἐρρωμεν-έσ- τερος ἐρρωμεν-έσ- τατος

πένης (θ. πενητ-) πεν-έσ- τερος πεν-έσ- τατος

* Τὰ ἐπίθετα κενὸς καὶ στενὸς ἀρχῆθεν ἦσαν κεινός, στεινὸς καὶ δι’ αὐτὸ τὰ ἀρχικὰ παραθετικά των εἶναι κενότερος, στενότερος κτλ.

῾Ομοίως σχηματίζονται τὰ παραθετικὰ τοῦ ἐπιθέτου ἁπλοῦς καὶ τῶν ἐπιθέτων τῶν συνθέτων μὲ δεύτερον συνθετικὸν τὸ ὄνομα νοῦς :

ἁπλοῦς (θ- ἁπλοο-) ἁπλούσ- τερος ἁπλούσ-τατος

(ἐκ τοῦ ἁπλο-έσ-τερος ἁπλο-έσ-τατος)

εὔνους (θ. εὐνοο-) εὐνούσ- τερος εὐνούσ-τατος

(ἐκ τοῦ εὐνο-έσ- τερος εὐνο-έσ-τατος)·

2) τὰ παραθετικὰ τοῦ ἐπιθέτου παλαιὸς σχηματίζονται οὐχὶ μὲ τὸ θέμα αὐτοῦ παλαιο -, ἀλλὰ μὲ θέμα τὸ ἐπίρρημα πάλαι : παλαί-τε-ρος , παλαί-τατος (πρβλ. ἄνω - ἀνώ- τερος). Κατὰ δὲ τὰ παραθετικὰ ταῦτα τοῦ παλαιὸς ἐσχηματίσθησαν κατόπιν (μὲ ἀποκοπὴν τοῦ χαρακτῆρος ο τοῦ θέματος) καὶ τᾲ παραθετικὰ τῶν ἐπιθέτων

γεραιὸς (γεραί- τερος γεραί- τατος)

σχολαῖος (σχολαί- τερος σχολαί- τα τος).

Κατὰ ταῦτα δὲ κατόπιν ἐσχηματίσθησαν τὰ παραθετικὰ τῶν ἐπιθέτων

ὄψιος (ὀψι-αί- τερος ὀψι-αί- τατος)

ἴδιος (ἰδι-αί- τερος ἰδι-αί- τατος ἀλλὰ καὶ

ἰδιώ- τερος ἰδιώ- τατος)

ἴσος (ἰσ-αί- τερος ἰσ-αί- τατος)

3) τὰ παραθετικὰ τῶν μονοκαταλήκτων ἐπιθέτων ἅρπαξ, βλάξ, λάλος (= φλύαρος), κλέπτης καὶ πλεονέκτης σχηματίζονται εἰς -ίστερος, -ἱστατος (κατὰ τὰ παραθετικὰ τοῦ ἐπιθέτου ἄχαρις - ἀχαρίσ- τερος, ἀχαρίσ-τατος) :

ἅρπαξ (θ. ἁρπαγ-) ἁρπαγ- ίστερος ἁρπαγ- ίστατος

βλὰξ (θ. βλακ-) βλακ- ίστερος βλακ- ίστατος

λάλος (θ. λαλο-) λαλ- ίστερος λαλ- ίστατος

κλέπτης (θ. κλεπτα-) κλεπτ- ίστερος κλεπτ- ίστατος

πλεονέκτης (θ. πλεονεκτα-) πλεονεκτ- ίστερος π λεονεκτ- ίστατος

Σημείωσις. Τοῦ ἐπιθέτου φίλος τὰ παραθετικὰ εἶναι καὶ φίλ- τερος καὶ μᾶλλον φίλος - φίλ- τατος καὶ μάλιστα φίλος.

β΄) Ἀνώμαλα παραθετικὰ

§ 141. Μερικῶν ἐπιθέτων τῆς ἀρχαίας γλώσσης τὰ παραθετικὰ ἔχουν καταλήξεις οὐχὶ -τερος, -τατος , ἀλλὰ -ίων, -ιον εἰς τὸ συγκριτικὸν καὶ -ιστος, -ίστη, -ιστον εἰς τὸ ὑπερθετικόν.

Οὕτω μὲ διαφόρους φθογγικὰς παθήσεις καὶ ἀνωμαλίας σχηματίζονται τὰ παραθετικὰ τῶν ἑξῆς ἐπιθέτων :

αἰσχρὸς ὁ, ἡ αἰσχίων τὸ αἴσχιον (θ. αἰσχ-) αἴσχιστος

ἐχθρὸς ὁ, ἡ ἐχθίων τὸ ἔχθιον (θ. ἐχθ-) ἔχθιστος

ἡδὺς ὁ, ἡ ἡδίων τὸ ἥδιον (θ. ἡδ-) ἥδιστος

καλὸς ὁ, ἡ καλλίων τὸ κάλλιον (θ. καλλ-) κάλλιστος

μέγας ὁ, ἡ μείζων τὸ μεῖζον (ἐκ τοῦ μέγ-ιων) μέγιστος

ῥᾴδίος ὁ, ἡ ῥᾴων τὸ ῥᾷον (θ. ῥα-) ῥᾷστος

ταχὺς ὁ, ἡ θάττων τὸ θᾶττον (θ. θαχ-) τάχιστος

ἀγαθὸς ὁ, ἡ ἀμείνων τὸ ἄμεινον (θ. ἀμειν-) ἄριστος

ὁ, ἡ βελτίων τὸ βέλτιον (θ. βελτ-) βέλτιστος

ὁ, ἡ κρείττων τὸ κρεῖττον (θ. κρετ-) κράτιστος

(πρβλ. κράτος)

ὁ, ἡ λώων τὸ λῶον (θ. λω-) λῷστος

κακὸς ὁ, ἡ κακίων τὸ κάκιον (θ. κακ-) κάκιστος

ὁ, ἡ χείρων τὸ χεῖρον (θ. χειρ-) χείριστος

ὁ, ἡ ἥττων τὸ ἧττον (θ. ἡκ-) ἐπίρρ : ἤκιστα

μικρὸς μικρότερος μικρότατος

ὁ, ἡ ἐλάττων τὸ ἔλαττον (θ. ἐλάχ-) ἐλάχιστος

ὀλίγος ὁ, ἡ μείων τὸ μεῖον (θ. μει-) ὀλίγιστος

πολὺς ὁ, ἡ πλέων τὸ πλέον (θ. πλε-) πλεῖστος

γεν. τοῦ πλείονος καὶ τοῦ πλέονος.

§ 142. Τὰ εἰς - ίων (- ων ), - ιον (- ον ) συγκριτικὰ κλίνονται κατὰ τὸ ἑξῆς παράδειγμα :

῾Ενικὸς

(θ. ἀμεινων-, ἄμεινον- καὶ ἀμεινοσ-)

ὁ, ἡ ἀμείνων

τοῦ, τῆς ἀμείνον- ος

τῷ, τῇ ἀμείνον- ι

τόν, τὴν ἀμείνον- α ἢ ἀμείνω

ὦ ἄμεινον

τὸ ἄμεινον

τοῦ ἀμείνον- ος

τῷ ἀμείνον- ι

τὸ ἄμεινον

ὦ ἄμεινον

Πληθυντικὸς

οἱ, αἱ ἀμείνον- ες ἢ ἀμείνους

τῶν ἀμεινόν- ων

τοῖς, ταῖς ἀμείνο- σι

τούς, τὰς ἀμείνον- ας ἢ ἀμείνους

ὦ ἀμείνον- ες ἢ ἀμείνους

τὰ ἀμείνον- α ἤ ἀμείνω

τῶν ἀμεινόν- ων

τοῖς ἀμείνο- σι

τὰ ἀμείνον- α ἤ ἀμείνω

ὦ ἀμείνον- α ἢ ἀμείνω

(πρβλ. § 126, εὐδαίμων).

Σημείωσις . Οἱ τύποι. ἀμείνω , ἀμείνους σχηματίζονται ἀπὸ τὸ σιγμόληκτον θέμα ἀμείνοσ - (ἀμείνοσ- α, ἀμείνοσ- ες βλ. 33, 3).

γ΄) Παραθετικὰ περιφραστικὰ καὶ ἐλλειπτικὰ

§ 143. Παραθετικὰ ἐπιθέτων σχηματίζονται εἰς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν καὶ διὰ περιφράσεως, ἤτοι τὸ μὲν συγκριτικὸν μὲ τὸ ἐπίρρημα μᾶλλον καὶ τὸ θετικὸν τοῦ ἐπιθέτου, τὸ δὲ ὑπερθετικὸν μὲ τὸ ἐπίρρημα μάλιστα καὶ τὸ θετικὸν τοῦ ἐπιθέτου : σοφὸς - μᾶλλον σοφὸς - μάλιστα σοφὸς (πρβλ. νῦν : πιὸ σοφός, πάρα πολὺ σοφὸς) (βλ. καὶ §140, 3, Σημ.).

Περιφραστικῶς σχηματίζουν τὰ παραθετικὰ

1) κανονικῶς αἱ μετοχαί : συμφέρων - μᾶλλον συμφέρων - μάλιστα συμφέρων··

2) συνήθως μονοκατάληκτα ἐπίθετα : εὔελπις - μᾶλλον εὔελπις - μάλιστα εὔελπις κτλ.

§ 144. Πολλὰ ἐπίθετα, ἐπειδὴ δηλοῦν ποιότητα τἢ ἰδιότητα, ἡ ὁποία δὲ δύναται νὰ παρουσιάση διαφόρους βαθμούς, δὲν ἔχουν παραθετικά. Τοιαῦτα ἐπίθετα ἄνευ παραθετικῶν εἶναι ὅσα δηλοῦν

1) ὕλην : χαλκοῦς, ξύλινος ·

2) καταγωγὴν ἢ συγγένειαν : πατρικός, μητρῷος, παππῷος, ἀδελφικός, παιδικός··

3) τόπον ἢ χρόνον : γήινος, θαλάσσιος, ἡμερινός, νυκτερινός ·

4) μέτρον : σπιθαμιαῖος, δίπηχυς .

᾽Επίσης πολλὰ σύνθετα μὲ πρῶτον συνθετικὸν τὸ ἐπίθετον πᾶς ἢ τὸ στερητικὸν - : πάντιμος, πάγκαλος - ἀθάνατος, ἄυπνος.

§ 145. Μερικῶν ἐπιθέτων ἐλλείπει τὸ θετικὸν ἢ ἐκτὸς τοῦ θετικοῦ ἐλλείπει καὶ τὸ ἔτερον τῶν παραθετικῶν. Τοῦτο συμβαίνει πρὸ πάντων εἰς ἐπίθετα, τὰ ὁποῖα παράγονται ἀπὸ ἐπιρρήματα ἢ προθέσεις :

(ἄνω) ἀνώ- τερος ἀνώ- τατος

(κάτω) κατώ- τερος κατώ- τατος

(πρὸ) πρό- τερος (πρῶτος)

(ὑπὲρ) ὑπέρ- τερος ὑπέρ- τατος

ὕστερος ὕστατος

(ἐπικρατῶν) ἐπικρατέστερος

(προτιμώμενος) προτιμό- τερος

- ὕπατος

- - ἔσχατος

δ΄) Παραθετικὰ ἐπιρρήματα

§ 146. Παραθετικὰ σχηματίζουν καὶ πλεῖστα ἐπιρρήματα, πρὸ πάντων ὅσα παράγονται ἀπὸ ἐπίθετα, καθὼς καὶ ὅσα ἔχουν τοπικὴν ἢ χρονικὴν σημασίαν.

1) Τῶν ἐπιρρημάτων, τὰ ὁποῖα παράγονται ἐξ ἐπιθέτων, παραθετικὸν συγκριτικοῦ μὲν βαθμοῦ εἶναι ἡ ἑνικὴ αἰτιατικὴ τοῦ οὐδετέρου τοῦ συγκριτικοῦ τοῦ ἐπιθέτου, ὑπερθετικοῦ δὲ βαθμοῦ ἡ πληθυντικὴ αἰτιατικὴ τοῦ οὐδετέρου τοῦ ὑπερθετικοῦ αὐτοῦ :

(δίκαιος) δικαίως δικαιότερον δικαιότατα

(σαφὴς) σαφῶς σαφέστερον σαφέστατα

(ἡδὺς) ἡδέως ἥδιον ἥδιστα

Οὕτω καὶ

(ἀγαθὸς) εὖ - ἄμεινον, βέλτιον, κρεῖττον - ἄριστα, βέλτιστα , κράτιστα (ὀλίγος) ὀλίγον - ἔλαττον, μεῖον, ἧττον - ἐλάχιστα, ἥκιστα

(πολὺς) πολύ, μάλα - πλέον, μᾶλλον - πλεῖστον, πλεῖστα, μάλιστα.

2) Τῶν τοπικῶν ἐπιρρημάτων τὰ παραθετικὰ σχηματίζονται συνήθως μὲ τὰς καταλήξεις -τέρω, -τάτω , τῶν δὲ χρονικῶν μὲ τὰς καταλήξεις -τερον, -τατα :

ἄνω

- ἀνωτέρω

ἀνωτάτω

κάτω

- κατωτέρω

κατωτάτω

πέρα

- περαιτέρω

-

ἐγγὺς

- ἐγγυτέρω

ἐγγυτάτω καὶ

- ἐγγύτερον

ἐγγύτατα

πόρρω

- πορρωτερω

πορρωτάτω

πρωὶ ἢ πρῲ

-πρωιαίτερον

πρωιαίτατα καὶ

πρῳαίτερον

πρῳαίτατα

(πρβλ. § 140, 2).

Αρχή Κεφαλαίου
Αρχή Υποκεφαλαίου
Περιεχόμενα

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ϛ΄

ΑΝΤΩΝΥΜΙΑΙ

§ 147 . Ἀντωνυμίαι λέγονται αἱ λέξεις, αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται εἰς τὸν λόγον ἀντὶ ὀνομάτων οὐσιαστικῶν ἢ ἐπιθέτων : ἐκείνος γράφει (π,χ. ὁ Πλάτων) - τοιοῦτος ἦν Ἀριστείδης (δηλ. δίκαιος).

Αἱ ἀντωνυμίαι εἶναι ἐννέα εἰδῶν : προσωπικαί, δεικτικαί, ὁριστικὴ ἢ ἐπαναληπτική, κτητικαί, αὐτοπαθεῖς, ἀλληλοπαθεῖς, ἐρωτηματικαί, ἀόριστοι καὶ ἀναφορικαί.

Σημείωσις . Πολλοὶ τύποι τῶν ἀντωνυμιῶν τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἶναι οἱ ἴδιοι μὲ τοὺς ἀντιστοίχους τύπους τῶν ἀντωνυμιῶν τῆς νέας γλώσσης, οἱ πλεῖστοι ὅμως διαφέρουν.

α΄) Προσωπικαὶ ἀντωνυμίαι

§ 148. Προσωπικαὶ λέγονται αἱ ἀντωνυμίαι, αἱ ὁποῖαι δηλοῦν τὰ τρία πρόσωπα τοῦ λόγου, ἤτοι ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ ( ἐγώ , πρῶτον πρόσωπον), ἐκεῖνον, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνεται ὁ λόγος ( σύ , δεύτερον πρόσωπον) καὶ ἐκεῖνον ἢ ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ὁ λόγος ( ὅδε , οὗτος κτλ., τρίτον πρόσωπον).

Αἱ προσωπικαὶ ἀντωνυμίαι κλίνονται ὡς ἑξῆς :

῾Ενικὸς

Πληθυντικὸς

α΄ προσ.

β΄ προσ.

γ΄ προσ.

α΄

προσ.

β΄

προσ.

γ΄ προσ.

ἐγὼ

ἐμοῦ, μου

ἐμοί, μοι

ἐμἐ, με

σὺ

σοῦ, σου

σοί, σοι

σέ, σε

-

(οὗ)

οἷ, οἱ

(ἕ)

ἡμεῖς

ἡμῶν

ἡμῖν

ἡμᾶς

ὑμεῖς

ὑμῶν

ὑμῖν

ὑμᾶς

(σφεῖς)

(σφῶν)

σφίσι (ν)

(σφᾶς)

(Δυϊκός : α΄ προσ. νώ, νῷν , - β΄ προσ. σφώ, σφῷν βλ. § 20, 1).

Σημείωσις . ᾽Εκ τῶν τύπων τῆς προσωπικῆς ἀντωνυμίας τοῦ γ΄ προσώπου εὔχρηστοι εἶναι κυρίως οἱ τύποι τῆς δοτικῆς οἷ, οἱ - σφίσιν . Ἀντὶ τῆς ἐλλειπούσης ἑνικῆς ὀνομαστικῆς αὐτῆς γίνεται χρῆσις τῶν δεικτικῶν ὅδε, οὗτος, ἐκεῖνος , ἀντὶ δὲ τῶν πλαγίων πτώσεων αὐτῆς γίνεται συνήθως χρῆσις τῶν πλαγίων πτώσεων τῆς ὁριστικῆς ἀντωνυμίας.

῞Οταν πρὸς ἔμφασιν προστίθεται εἰς τοὺς τύπους τῶν προσωπικῶν ἀντωνυμιῶν τὸ (ἑγκλιτικὸν) μόριον γέ , τότε οἱ τύποι τοῦ ἑνικοῦ τῆς προσωπικῆς ἀντωνυμίας τοῦ α΄ προσώπου τονίζονται ὡς ἑξῆς : ἔγωγε, ἐμοῦγε, ἔμοιγε, ἐμέγε.

β΄) Δεικτικαὶ ἀντωνυμίαι

§ 149. Δεικτικαὶ λέγονται αἱ ἀντωνυμίαι, αἱ ὁποῖαι δηλοῦν δεῖξιν.

Δεικτικαὶ ἀντωνυμίαι τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἲναι αἱ ἑξῆς :

ὅδε ἥδε τόδε (= αὐτὸς ἐδῶ, αὐτὸς δά)

οὗτος αὕτη τοῦτο (= ἐτοῦτος, αὐτός)˙

ἐκεῖνος ἐκείνη ἐκεῖνο

τοιόσδε τοιάδε τοιόνδε - τοιοῦτος, τοιαύτη, τοιοῦτο (ν) (=τέτοιος) ·

τοσόσδε τοσήδε τοσόνδε - τοσοῦτος, τοσαύτη, τοσοῦτον (ν) (=τόσος)˙

τηλικόσδε τηλικήδε τηλικόνδε - τηλικοῦτος, τηλικαύτη, τηλικοῦτο(ν) .

§ 150. ᾽Εκ τῶν δεικτικῶν ἀντωνυμιῶν

1) ἡ ὅδε, ἥδε, τόδε κλίνεται ὅπως ἀκριβῶς τὸ ἄρθρον μὲ τὸ (ἐγκλιτικὸν) δέ κατόπιν αὐτοῦ : τοῦδε, τῆσδε, τοῦδε - τῷδε, τῆδε, τῷδε κτλ. - οἵδε, αἵδε, τάδε - τῶνδε κτλ.

῾Ομοίως αἱ ἀντωνυμίαι τοιόσδε, τοιάδε, τοιόνδε - τοσόσδε, τοσήδε, τοσόνδε καὶ τηλικόσδε, τηλικήδε, τηλικόνδε κλίνονται μόνον κατὰ τὸ πρῶτον μέρος αὐτῶν (τοῖος, τοία, τοῖον - τόσος, τόση, τόσον - τηλίκος, τηλίκη, τηλίκον) μὲ τὸ ἐγκλιτικὸν δέ κατόπιν : τοιόσδε, τοιάδε, τοιόνδε - τοιοῦδε, τοιᾶσδε, τοιοῦδε - τοιῷδε κτλ.

2) ἡ οὗτος, αὕτη, τοῦτο κλίνεται ὡς ἑξῆς :

῾Ενικὸς

Πληθυντικὸς

ὀν.

γεν.

δοτ.

αἰτ.

κλητ.

οὗτος αὕτη τοῦτο

τούτου ταύτης τούτου

τούτῳ ταύτῃ τούτῳ

τοῦτον ταύτην τοῦτο

ὦ οὗτος αὕτη

οὗτοι αὗται ταῦτα

τούτων τούτων τούτων

τούτοις ταύταις τούτοις

τούτους ταύτας ταῦτα

- - -

Σημείωσις . ᾽Εκτὸς τῶν κλητικῶν ὦ οὗτος καὶ ὦ αὕτη , ἄλλη κλητικὴ ἀντωνυμίας δέν ὑπάρχει.

3) ἡ ἐκεῖνος, ἐκείνη, ἐκεῖνο κλίνεται ὡς δευτερόκλιτον τρικατάληκτον ἐπίθετον, ἀλλὰ χωρὶς ν εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν καὶ αἰτιατικὴν τοῦ οὐδετέρου (βλ. § 110, καλός)·

4) αἱ ἀντωνυμίαι τοιοῦτος, τοσοῦτος καὶ τηλικοῦτος (σύνθετοι ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων ἀντωνυμιῶν τοῖος, τόσος, τηλίκος καὶ τῆς οὗτος) κλίνονται ὁμοίως μὲ τὴν ἀντωνυμίαν οὗτος, αὕτη, τοῦτο π. χ.

῾Ενικὸς

Πληθυντικὸς

τοιοῦτος τοιαύτη τοιοῦτο(ν)

τοιούτου τοιαύτης τοιούτου

τοιούτῳ τοιαύτῃ τοιούτῳ

τοιοῦτον τοιαύτην τοιοῦτο(ν)

τοιοῦτοι τοιαῦται τοιαῦτα

τοιούτων τοιούτων τοιούτων

τοιούτοις τοιαύταις τοιούτοις

τοιούτους τοιαύτας τοιαῦτα

Ἡ ἑνικὴ ὀνομαστικὴ καὶ αἰτιατικὴ τοῦ οὐδετέρου τῶν ἀντωνυμιῶν τούτων διφορεῖται , ἤτοι λήγει εἰς - ο ἢ εἰς - ον : τοσοῦτο ἢ τοσοῦτον, τηλικοῦτο ἢ τηλικοῦτον.

Σημείωσις . ῞Ινα ἐπιτείνηται περισσότερον ἡ δεικτικὴ σημασία τῶν δεικτικῶν ἀντωνυμιῶν, προσέθετον πολλάκις οἱ ἀρχαῖοι εἱς τὸ τέλος αὐτῶν τὸ λεγόμενον δεικτικὸν : οὑτοσὶ (= οὗτος- ί), τουτουὶ κτλ., αὑτηί, ταυτησὶ κτλ. (πρβλ- νῦν: ἐτοῦτο δά, αὐτὸ δά).

Ὁ τόνος τότε πίπτει πάντοτε ἐπὶ τοῦ δεικτικοῦ - (τὸ ὁποῖον εἶναι μακρόν), ἐὰν δὲ πρὸ αὐτοῦ ὑπάρχη βραχὺ φωνῆεν, τοῦτο ἀποβάλλεται· ὁδὶ (=ὅδε-ί·) , τουτὶ (= τοῦτο-ί) , ταυτὶ (= ταῦτα-ί) .

Τὸ δεικτικὸν - προσλαμβάνουν καὶ δεικτικὰ ἐπιρρήματα, ὡς ὡδί , οὑτωσὶ (= ἔτσι δά).

γ΄) ῾Οριστικὴ ἢ ἐπαναληπτικὴ

§ 151. ῾Οριστικὴἐπαναληπτικὴ λέγεται ἡ ἀντωνυμία αὐτὸς, αὐτὴ , αὐτό .

1) ῾Οριστικὴ εἶναι ἡ ἀντωνυμία αὐτὸς (κατὰ πᾶσαν πτῶσιν), ὅταν λαμβάνεται, ἵνα ὁρίσῃ τι (ἤτοι ἵνα διαστείλη, ξεχωρίσῃ τι, ἀπὸ ἄλλα ὁμοειδῆ) : Κῦρος ἀποκτεῖναι λέγεται αὐτὸς τῇ ἑαυτοῦ χειρὶ Ἀρταγέρσην (= μόνος του, αὐτοπροσώπως, καὶ ὄχι κανεὶς ἄλλος ἐκ τῶν ἀκολούθων του).

2) ᾽Επαναληπτικὴ δὲ εἶναι ἡ ἀντωνυμία αὐτὸς (εἰς τὰς πλαγίας μόνον πτώσεις), ὅταν λαμβάνεται, ἵνα ἐπαναλάβῃ τι , περὶ τοῦ ὁποίου ἔγινε προηγουμένως λόγος : Κλεάρχῳ συγγενόμενος ὁ Κῦρος ἠγάσθη τε αὐτὸν καὶ δίδωσιν αὐτῷ μυρίους δαρεικοὺς (= τὸν ἐξετίμησε πολὺ καὶ τοῦ δίδει).

§ 152. Ἡ ἀντωνυμία αὐτὸς (αὐτή, αὐτὸ)

1) κλίνεται ὅπως ἡ δεικτικὴ ἀντωνυμία ἐκεῖνος (ἐκείνη, ἐκεῖνο)

2) λαμβάνεται καὶ μετὰ τοῦ ἄρθρου (ὁ αὐτός, ἡ αὐτή, τὸ αὐτὁ) καὶ τότε σημαίνει ὁ ἴδιος (ὄχι διάφορος)

Σημείωσις . ῞Οταν πάσχῃ κρᾶσιν μετὰ τοῦ ἄρθρου ἡ ἀντωνυμία αὐτός, τότε ἡ ἑνικὴ ὀνομαστικὴ καὶ αἰτιατικὴ τοῦ οὐδετέρου αὐτῆς σχηματίζεται ὄχι μόνον μὲ τὴν κατάληξιν - ο , ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν κατάληξιν - ον : (τὸ αὐτὸ =) ταὐτὸ καὶ ταὐτόν · (βλ. § 27, 1 καὶ § 150, 4).

δ΄) Κτητικαὶ ἀντωνυμίαι

§ 153. Κτητικαὶ λέγονται αἱ ἀντωνυμίαι, αἱ ὁποῖαι σημαίνουν κτῆσιν. Κτητικαὶ δὲ ἀντωνυμίαι τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἶναι :

α΄ προσώπου, ἐπὶ ἑνὸς κτήτορος : ἐμός , ἐμή, ἐμὸν (= ἰδικός μου)·

β΄ προσώπου, ἐπὶ ἑνὸς κτήτορος : σός , σή, σὸν (= ἰδικός σου),

α΄ προσώπου, ἐπὶ πολλῶν κτητόρων : ἡμέτερος , ἡμετέρα, ἡμέτερον (= ἰδικός μας)·

β΄ προσώπου, ἐπὶ πολλῶν κτητόρων : ὑμέτερος , ὑμετέρα, ὑμέτερον (ἰδικός σας).

Σημείωσις . Τοῦ γ΄ προσώπου κτητικὴ ἀντωνυμία ἀρχῆθεν ἦτο ἐπὶ ἐνὸς μέν κτήτορος ἡ ἑός, ἑή, ἑὸν (= ἰδικός του), ἐπὶ πολλῶν δὲ κτητόρων ἡ σφέτερος, σφετέρα, σφέτερον (= ἰδικός των)· ἀλλ’ ἡ μὲν ἑός, ἑή, ἑὸν εἶναι ὅλως ἄχρηστος εἰς τοὺς πεζοὺς Ἀττικοὺς συγγραφεῖς, ἡ δὲ σφέτερος , σφετέρα, σφέτερον σπανία, καὶ ἀντὶ αὐτῶν γίνεται χρῆσις τῆς γενικῆς τῶν δεικτικῶν ἀντωνυμιῶν ἢ τῆς ὁριστικῆς ἢ αὐτοπαθοῦς ἀντωνυμίας: τούτου πατήρ , ὁ πατήρ αὐτοῦ - τοὺς ἐκείνων φίλους , τοὺς ἑαυτῶν φίλους .

ε΄) Αὐτοπαθεῖς ἀντωνυμίαι

§ 154. Αὐτοπαθεῖς ἀντωνυμίαι λέγονται ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται ἐπὶ αὐτοπαθείας, ἤτοι ὅταν δηλοῦται ὅτι ἕν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον ἐνεργεῖ συγχρόνως καὶ πάσχει : γνῶθι σαυτὸν (= γνώρισε σὺ τὸν ἐαυτόν σου ).

Αἱ αὐτοπαθεῖς ἀντωνυμίαι ἔχουν μόνον τὰς πλαγίας πτώσεις, κλίνονται δὲ ὡς ἑξῆς :

Ἑνικὸς

Ἀρσ.

Θηλ

Ἀρσ

Θηλ.

γεν.

Δοτ.

Αἰτ.

ἐμαυτοῦ

ἐμαυτῷ

ἐμαυτὸν

ἐμαυτῆς

ἐμαυτῇ

ἐμαυτὴν

σεαυτοῦ

σεαυτῷ

σεαυτὸν

σεαυτῆς

σεαυτῇ

σεαυτὴν

Πληθυντικὸς

Ἀρσ

Θηλ

Ἀρσ

Θηλ

γεν.

δοτ.

αἰτ

ἡμῶν αὐτῶν

ἡμῖν αὐτοῖς

ἡμᾶς αὐτοὺς

ἡμῶν αὐτῶν

ἡμῖν αὐταῖς

ἡμᾶς αὐτὰς

ἡμῶν αὐτῶν

ἡμῖν αὐτοῖς

ἡμᾶς αὐτοὺς

ἡμῶν αὐτῶν

ἡμῖν αὐταῖς

ἡμᾶς αὐτὰς

γ΄ προσώπου

῾Ενικὸς

Ἀρσ.

Θηλ.

Οὐδ.

γεν.

δοτ.

αἰτ.

ἑαυτοῦ

ἑαυτῷ

ἑαυτὸν

ἑαυτῆς

ἑαυτῇ

ἑαυτὴν

-

-

ἑαυτὸ

Πληθυντικὸς

Ἀρσ.

Θηλ.

Οὐδ.

γεν. δοτ. αἰτ.

ἑαυτῶν ἢ σφῶν αὐτῶν

ἑαυτοῖς ἢ σφίσιν αὐτοῖς

ἑαυτοὺς ἢ σφᾶς αὐτοὺς

ἑαυτῶν ἢ σφῶν αὐτῶν

ἑαυταῖς ἢ σφίσιν αὐταῖς

ἑαυτὰς ἢ σφᾶς αὐτὰς

-

-

ἐαυτὰ

Σημείωσις 1. Οἱ τύποι σεαυτοῦ, σεαυτῆς κτλ., ἐαυτοῦ, ἑαυτῆς κτλ. εὑρίσκονται καὶ συνῃρημένοι : σαυτοῦ, σαυτῆς κτλ., αὑτοῦ, αὑτῆς κτλ.

Σημείωσις 2. Αἱ αὐτοπαθεῖς ἀντωνυμίαι προῆλθον ἐκ συνεκφορᾶς τῶν πλαγίων πτώσεων τῶν προσωπικῶν ἀντωνυμιῶν μὲ τὰς πλαγίας πτώσεις τῆς ὁριστικῆς ἀντωνυμίας αὐτὸς (ἐμὲ - αὐτὸν = ἐμαυτόν , σὲ - αὐτὸν = σεαυτὸν κτλ.), ὅπως τοῦτο καταφαίνεται εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμόν.

ς΄) Ἡ ἀλληλοπαθὴς ἀντωνυμία

§ 155. Ἀλληλοπαθὴς λέγεται ἡ ἀντωνυμία, ἡ ὁποία λαμβάνεται ἐπὶ ἀλληλοπαθείας, ἤτοι ὅταν δηλοῦται ὅτι δύο ἢ περισσότερα πρόσωπα ἐνεργοῦν καὶ πάσχουν ἀμοιβαίως : ἀγαπᾶτε ἀλλήλους (= ὁ εἰς τὸν ἄλλον).

῾Η ἀλληλοπαθὴς ἀντωνυμία ἔχει μόνον τὰς πλαγίας πτώσεις τοῦ πληθυντικοῦ καὶ τοῦ δυϊκοῦ, κλίνεται δὲ ὡς ἑξῆς (πρβλ. § 110) :

Πληθυντικὸς γεν. δοτ. αἰτ. Ἀρσ. ἀλλήλων ἀλλήλοις ἀλλήλους Θηλ. ἀλλήλων ἀλληλαις ἀλλήλας Οὐδ. ἀλλήλων ἀλλήλοις ἄλληλα Δυϊκὸς ἀλλήλοιν ἀλλήλοιν ἀλλήλω

Σημείωσις . ῾Η ἀλληλοπαθὴς ἀντωνυμία προῆλθεν ἐκ συνεκφορᾶς τύπων τῆς ἀορίστου ἀντωνυμίας ἄλλος , ὡς ἄλλοι - ἄλλους (= ἀλλήλους) ἄλλαι - ἄλλας (= ἀλλήλας) κτλ.

ζ΄) ᾽Ερωτηματικαὶ ἀντωνυμίαι

§ 156. ᾽Ερωτηματικαὶ ἀντωνυμίαι λέγονται ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται ἐπὶ ἐρωτήσεως.

᾽Ερωτηματικαὶ ἀντωνυμίαι τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἶναι :

1) τίς, τί (=ποῖος ;)·

2) πότερος, ποτέρα, πότερον (= ποῖος ἀπὸ τοὺς δύο ;)

3) πόσος, πόση, πόσον··

4) ποῖος, ποία, ποῖον (= ποιᾶς λογῆς ;)

5) πηλίκος, πηλίκη, πηλίκον (= ποίας ἡλικίας ; πόσον μεγάλος ;)

6) ποδαπός, ποδαπή, ποδαπὸν (= ἀπὸ ποιὸ μέρος ;)

7) πόστος, πόστη, πόστον (= ποῖος κατὰ τὴν ἀλφαβητικὴν σειράν ; πρβλ. τρίτος, τέταρτος κτλ.)·

8) ποσταῖος, ποσταία, ποσταῖον (= ἐντὸς πόσων ἡμερῶν ; πρβλ. τεταρταῖος).

§ 157. ᾽Εκτὸς τῆς ἀντωνυμίας τίς, τί, αἱ λοιπαὶ ἐρωτηματικαὶ ἀντωνυμίαι εἶναι δευτερόκλιτοι τρικατάληκτοι (βλ. § 110).

῾Η ἐρωτηματικὴ ἀντωνυμία τίς, τί κλίνεται κατὰ τὴν γ΄ κλίσιν ὡς ἐξῆς :

῾Ενικὸς

Πληθυντικὸς

Δυϊκὸς

ὀν γεν. δοτ. αἰτ. Ἀρσ. καὶ Θηλ. Οὐδ τὶς τί τίνος ἢ τοῦ τίνος ἢ τοῦ τίνι ἢ τῷ τίνι ἢ τῷ τίνα τί Ἀρσ. καὶ Θηλ. Οὐδ τίνες τίνα τίνων τίνων τίσι (ν) τίσι (ν) τίνας τίνα τίνε τίνοιν τίνοιν τίνε

Σημείωσις . ῾Η ἐρωτηματικὴ ἀντωνυμία τίς, τί δέν τονίζεται ὅπως κανονικῶς τονίζονται τὰ μονοσύλλαβα (βλ. § 101).

η΄) Ἀόριστοι ἀντωνυμίαι

§ 158. Ἀόριστοι λέγονται αἱ ἀντωνυμίαι, αἱ ὁποῖαι δηλοῦν ἀορίστως ἕν πρόσωπον ἢ πρᾶγμα.

Ἀόριστοι ἀντωνυμίαι τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἶναι :

1) τίς, τὶ (= κάποιος, βλ. § 20, 2)·

2) ὁ δεῖνα, ἡ δεῖνα, τὸ δεῖνα (= ὁ τάδε κτλ.)·

3) ἔνιοι, ἔνιαι, ἔνια (= μερικοί).

§ 159. ῾Η ἀόριστος ἀντωνυμία ἔνιοι, ἔνιαι, ἔνια εὑρίσκεται μόνον εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμὸν καὶ εἶναι δευτερόκλιτος τρικατάληκτος.

῾Η τίς, τὶ καὶ ἡ δεῖνα κλίνονται κατὰ τὴν γ΄ κλίσιν ὡς ἑξῆς :

῾Ενικὸς

Πληθυντικὸς

Δυϊκὸς

ὀν γεν. δοτ. αἰτ. Ἀρσ. καὶ Θηλ. Οὐδ τὶς τί τίνος ἢ του τίνος ἢ του τίνι ἢ τῳ τίνι ἢ τῳ τίνα τί Ἀρσ. καὶ Θηλ. Οὐδ τινὲς τινὰ ἢ ἄττα τινῶν τινῶν τισὶ (ν) τισὶ (ν) τινὰς τινὰ ἢ ἄττα τινὲ τινοῖν τινοῖν τινὲ

῾Ενικὸς

Πληθυντικὸς

ὀν γεν. δοτ. αἰτ. ὁ ἡ τὸ δεῖνα τοῦ τῆς τοῦ δεῖνος τῷ τῇ τῷ δεῖνι τὸν τὴν τὸ δεῖνα οἱ αἱ δεῖνες τῶν δείνων (τοῖς ταῖς δεῖσι) τοὺς τὰς δεῖνας

Σημείωσις . ῾Η ἀντωνυμία δεῖνα λαμβάνεται καὶ ἄκλιτος : τοῦ, τῆς δεῖνα - τῷ τῇ δεῖνα- τόν, τήν δεῖνα - πληθ. οἱ δεῖνα , τῶν δεῖνα κτλ.

§ 160. ῾Ως ἀόριστοι ἀντωνυμίαι λαμβάνονται καὶ αἱ ἑξῆς λέξεις, αἱ ὁποῖαι εἰδικώτερον καλοῦνται ἐπιμεριστικαὶ ἀντωνυμίαι :

1) πᾶς, πᾶσα, πᾶν (= ὁ καθείς· βλ. § 122

2) ἕκαστος, ἑκάστη, ἕκαστον (βλ. § 110

3) ἄλλος, ἄλλη, ἄλλο (βλ. § 150, 3, ἐκεῖνος)·

4) οὐδείς, οὐδεμία, οὐδὲν - μηδείς, μηδεμία, μηδὲν (= κανείς)·

5) ἀμφότεροι, ἀμφότεραι, ἀμφότερα (= καὶ οἱ δύο· βλ. § 159, ἔνιοι)·

6) ἑκάτερος, ἑκατέρα, ἑκάτερον (= καθεὶς ἀπὸ τοὺς δύο)˙

7) ἕτερος, ἑτέρα, ἕτερον (= ἄλλος, ἐπὶ δύο)˙

8) οὐδέτερος, οὐδετέρα, οὐδέτερον - μηδέτερον, μηδετέρα, μηδέτερον (= οὔτε ὁ εἷς οὔτε ὁ ἄλλος)·

9) ποσός, ποσή, ποσὸν (= κάμποσος˙ βλ. § 156, 3)·

10) ποιός, ποιά, ποιὸν (= κάποιας λογῆς· βλ. § 156, 4)·

11) ἀλλοδαπός, ἀλλοδαπή, ἀλλοδαπὸν (= ἀπὸ ἄλλον τόπον· βλ. § 156, 6).

Σημείωσις . ῾Η ἐπιμεριστικὴ ἀντωνυμία οὐδείς, οὐδεμία, οὐδὲν ( μηδείς, μηδεμία, μηδὲν ) κλίνεται ὅπως τὸ ἀριθμητικὸν εἷς, μία, ἕν , ἀλλὰ εἰς τὸ ἀρσενικὸν γένος ἔχει καὶ πληθυντικὸν ἀριθμόν :

῾Ενικὸς

Πληθυντικὸς

ὀν γεν. δοτ. αἰτ. Ἀρσ. Θηλ. Οὐδ. οὐδεὶς οὐδεμία οὐδὲν οὐδενὸς οὐδεμιᾶς οὐδενὸς οὐδενὶ οὐδεμιᾷ οὐδενὶ οὐδένα οὐδεμίαν οὐδὲν οὐδένες οὐδένων οὐδέσι οὐδένας

θ΄) Ἀναφορικαὶ ἀντωνυμίαι

§ 161. Ἀναφορικαὶ λέγονται αἱ ἀντωνυμίαι διὰ τῶν ὁποίων κανονικῶς μία πρότασις ὁλόκληρος ἀναφέρεται (ἤτοι ἀποδίδεται) εἰς μίαν λέξιν ἄλλης προτάσεως : ῎Εστι Δίκης ὀφθαλμός, ὅς τὰ πάνθ’ ὁρᾷ.

Ἀναφορικαὶ ἀντωνυμίαι τῆς ἀρχαίας γλωσσης εἶναι :

1) ὅς, ἥ, ὃ (= ὁ ὁποῖος, ἡ ὁποία, τὸ ὁποῖον)·

2) ὅσπερ, ἥπερ, ὅπερ (= ὁ ὁποῖος ἀκριβῶ)·

3) ὅστις, ἥτις, ὅ,τι (= ὅποιος, ὅποια, ὅποιο)·

4) ὁπότερος, ὁποτέρα, ὁπότερον (= ὅποιος ἀπὸ τοὺς δύο˙ πρβλ. § 156, 2)·

5) ὅσος, ὅση, ὅσον (πρβλ. 1 156, 3)·

6) οἷος, οἵα, οἷον (= τέτοιος πού˙ πρβλ. § 156, 4)˙

7) ὁποῖος, ὁποία, ὁποῖον (= ὅποιας λογῆς· πρβλ. § 156, 4)·

8) ἡλίκος, ἡλίκη, ἡλίκον

ὁπηλίκος, ὁπηλίκη, ὁπηλίκον } (= ὅσον μέγας· πρβλ. 156, 5)˙

9) ὁποδαπός, ὁποδαπή, ὁποδαπὸν (= ἀπὸ τὸν τόπον πού· πρβλ. § 156, 6).

§ 162. Αἱ ἀναφορικαὶ ἀντωνυμίαι ὅς, ὅσπερ καὶ ὅστις κλίνονται ὡς ἑξῆς (πρβλ. § 150, καὶ § 159) :

῾Ενικὸς

Ἀρσ. Θηλ. Οὐδ. Ἀρσ. Θηλ. Οὐδ.
ὀν. γεν. δοτ.αἰτ. ὅς οὗ ᾧ ὅν ἣ ἧς ᾗ ἣν ὅ οὗ ᾧ ὅν ὅσπερ οὗπερ ᾧπερ ὅνπερ ἥπερ ἧσπερ ᾗπερ ἥνπερ ὅπερ οὗπερ ᾧπερ ὅπερ

Πληθυντικὸς

Ἀρσ. Θηλ. Οὐδ. Ἀρσ. Θηλ. Οὐδ.
ὀν. γεν. δοτ.αἰτ. οἵ ὧν οἷς οὕς αἵ ὦν αἶς ἃς ἅ ὧν οἷς ἅ οἵπερ ὧνπερ οἵσπερ οὕσπερ αἵπερ ὦνπερ αἶσπερ ἅσπερ ἅπερ ὧνπερ οἵσπερ ἅπερ

῾Ενικὸς

ὀν. γεν. δοτ.αἰτ. ὅστις οὗτινος ἢ ὅτου ᾧτινι ἢ ὅτῳ ὅντινα ἥτις ἧστινος ᾗτινι ἣντινα ὅ,τι οὗτινος ἢ ὅτου ᾧτινι ἢ ὅτῳ ὅ,τι

Πληθυντικὸς

ὀν. γεν. δοτ.αἰτ. οἵτινες ὧντινων οἷστισι οὕστινας αἵτινεςς ὦντινων αἶστισι ἃστινας

ἅτινα ἢ ἅττα ὧντινων οἷστισι ἅτινα ἢ ἄττα

§ 163. Πίναξ τῶν συσχετικῶν ἀντωνυμιῶν καὶ ἐπιρρημάτων

Ἐρωτη-

ματικαὶ

Δεικτικαὶ

Ἀόριστοι

Ἀναφορικαὶ

τίς ;

πότερος ;

πόσος ;

ποῖος ;

πηλίκος ;

ποδαπός;

ὅδε,οὗτος, ἐκεῖνος

(ὁ ἕτερος)

τοσόσδε,τοσοῦτος

τοιόσδε, τοιοῦτος

τηλικόσδε, τηλι-

κοῦτος

τίς,οὐδείς,

ὁ δεῖνα,

ἕκαστος,

ἄλλος,

ἔνιοι

οὐδέτερος,

ἑκάτερος,

ἕτερος,

ἀμφοτεροι

ποσὸς

ποιὸς

-

-

ὅς, ὅστις

ὁπότερος

ὅσος, ὁπόσος

οἷος, ὁποῖος

ἡλίκος,

ὁπηλίκος

ὁποδαπὸς

ποῦ ;

ποῖ ;

πόθεν ;

πότε ;

πηνίκα ;

πῆ ;

πῶς ;

ἐνθάδε, ἐνταῦθα

αὐτοῦ, ἐκεῖ

ἐνθάδε, ἐνταῦθα

αὐτόσε, ἐκεῖσε

ἐνθένδε, ἐντεῦθεν

αὐτόθεν, ἐκεῖθεν

τότε

τηνικάδε, τηνι-

καῦτα

τῆδε, ταύτῃ

ὧδε, οὕτως (ς)

ποὺ

ποὶ

ποθὲν

ποτὲ

-

πῂ

πὼς

οὗ, ὅπου,

ἔνθα

οἷ, ὅποι, ἔνθα

ὅθεν, ὁπόθεν,

ἔνθεν

ὅτε, ὁποτε

ἡνίκα,

ὁπηνίκα

ᾗ, ᾗπερ,, ὅπῃ

ὡς,ὥσπερ

ὅπως

Αρχή Κεφαλαίου
Αρχή Υποκεφαλαίου
Περιεχόμενα

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ΄

ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ

§ 164. Τὰ ἀριθμητικά , ἤτοι αἱ λέξεις, αἱ ὁποῖαι δηλοῦν ὡρισμένον πλῆθος ἢ μέτρον, εἶναι ὀνόματα ἐπίθετα ἢ οὐσιαστικὰ καὶ ἐπιρρήματα.

α΄) Ἀριθμητικά ἐπίθετα

§ 165. Τὰ ἀριθμητικὰ ἐπίθετα λέγονται

1) ἀπόλυτα , ὅταν δηλοῦν ἁπλῶς ὡρισμένον πλῆθος ὄντων τινῶν ἀπολύτως , ἤτοι ἀσχέτως πρὸς ἄλλα ὄντα: εἷς στρατιώτης , δέκα βιβλία·

2) τακτικά , ὅταν δηλοῦν τὴν τάξιν, ἤτοι τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει τι ἐντὸς μιᾶς σειρᾶς ὁμοειδῶν ὄντων : ἡ δεκάτη ἡμέρα τοῦ μηνὸς - τὸ πέμπτον ἔτος τοῦ πολέμου .

Τῶν τακτικῶν ἀριθμητικῶν τὰ πλεῖστα σχηματίζονται ἀπὸ τὸ θέμα τῶν ἀπολύτων, ἀφοῦ εἰς αὐτὸ προστεθῇ μέχρι μὲν τοῦ 19 ἡ κατάληξις -τος , ἀπὸ δὲ τοῦ 20 καὶ ἄνω ἡ κατάληξις -στός : (τρία) τρί-τος , (δέκα) δέκα- τος , (εἴκοσι) εἰκο- στός , (τριάκοντα) τριακο- στός , (χίλιοι) χιλιοστὸς (βλ. § 110, καλός)·

3) χρονικά , ὅταν δηλοῦν χρόνον, ἤτοι τὸν ἀριθμὸν τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν συμβαίνει κάτι τι, ἀφοῦ τοῦτο ἤρχισε μίαν προηγουμένην ἡμέραν : ἐναταῖος ἀφίκετο εἰς Ἀθήνας (= τὴν ἐνάτην ἡμέραν, ἀφότου ἐξεκίνησε).

Τὰ χρονικὰ ἀριθμητικὰ σχηματίζονται ἀπὸ τὸ θέμα τῶν τακτικῶν, ἀφοῦ εἰς αὐτὸ προστεθῇ ἡ κατάληξις -αῖος : (τρίτος) τριτ-αῖος, (τέταρτος) τεταρτ- αῖος πυρετὸς (βλ. § 110, δίκαιος)·

4) πολλαπλασιαστικά, ὅταν δηλοῦν ἀπὸ πόσα μέρη σύγκειται κάτι τι : ἅλμα τριπλοῦν.

Καὶ τῶν πολλαπλασιαστικῶν ἀριθμητικῶν τὰ πλεῖστα σχηματίζονται ἀπὸ τὸ θέμα τῶν ἀπολύτων, ἀφοῦ εἰς αὐτὸ προστεθῇ ἡ κατάληξις -πλοῦς : (τρία) τρι - πλοῦς, (ἑπτὰ) ἑπτα - πλοῦς (βλ. § 115, Σημ.)

5) ἀναλογικά, ὅταν δηλοῦν ποία ἡ ἀναλογία ἑνὸς ποσοῦ πρὸς ἄλλο ποσὸν ὁμοειδές, ἤτοι ποσάκις ἕν ποσὸν εἶναι μεγαλύτερον ἄλλου ὁμοειδοῦς ποσοῦ : ὁ τῶν Περσῶν στρατὸς ἧν δεκαπλάσιος τοῦ τῶν Ἑλλήνων.

Καὶ τῶν ἀναλογικῶν ἀριθμητικῶν τὰ πλεῖστα σχηματίζονται ἀπὸ τὸ θέμα τῶν ἀπολύτων, ἀφοῦ προστεθῇ εἰς αὐτὸ ἡ κατάληξις -πλάσιος: (τρία), τρι - πλάσιος, (δέκα) δεκα - πλάσιος (βλ. § 110, δίκαιος).

§ 166. ᾽Εκ τῶν ἀπολύτων ἀριθμητικῶν, τὰ ἀπὸ τοῦ πέντε μέχρι τοῦ ἑκατὸν εἶναι ἄκλιτα· τὰ δὲ ἀπὸ τοῦ διακόσιοι (διακόσιαι, διακόσια) καὶ ἄνω εἶναι τρικατάληκτα δευτερόκλιτα ἐπίθετα πληθυντικοῦ ἀριθμοῦ (βλ. § 110, δίκαιος).

᾽Ενίοτε ὅμως λαμβάνονται ταῦτα καὶ εἰς τὸν ἑνικὸν ἀριθμὸν μὲ ὀνόματα περιληπτικά : διακοσία ἵππος (= 200 ἱππεῖς), χιλία ναῦς (= 1000 νῆες).

Τὰ τέσσαρα πρῶτα ἀπόλυτα ἀριθμητικὰ κλίνονται ὡς ἑξῆς :

ὀν. γεν. δοτ. αἰτ. εἶς μία ἓν ἑνὸς μιᾶς ἑνὸς ἑνὶ μιᾷ ἑνὶ ἕνα μίαν ἓν δύο δυοῖν δυοῖν δύο τρεῖς τρία τριῶν τρισὶ τρεῖς τρία τέτταρες τέτταρα τεττάρων τέτταρσι τέτταρας τέτταρα

Σημείωσις 1. Τὸ δύο λαμβάνεται καὶ ὡς ἄκλιτον, ἰδίᾳ μετὰ τοῦ ἄρθρου, π.χ. τῶν δύο μερῶν, τοῖς δύο μέρεσι.

Σημείωσις 2. Ἀριθμοὺς συνθέτους, οἷοι οἱ ἀριθμοὶ 18, 19, 28, 29 κτλ. τοὺς, ἐξέφερον οἱ ἀρχαῖοι συνήθως δι’ ἀφαιρέσεως ὡς ἑξῆς : δυοῖν δέοντα εἴκοσι (= 18), ἐνὸς δέοντα εἴκοσι (= 19), δυοῖν δέοντα τριάκοντα (= 28) κτλ. (πρβλ. εἴκοσι παρὰ δύο, σαράντα παρὰ ἕνα κτλ.).

Τοὺς δὲ ἄλλους συνθέτους ἀριθμοὺς ἐν γένει τοὺς ἐξέφερον οἱ ἀρχαῖοι κατὰ τρεῖς τρόπους, ἤτοι ἢ προέτασσον τὸν ἑκάστοτε μικρότερον πρὸ τοῦ μεγαλυτέρου, ὁπότε κανονικῶς ἔθετον μεταξὺ αὐτῶν τὸν σύνδεσμον καὶ , ἢ προέτασσον τὸν ἑκάστοτε μεγαλύτερον πρὸ τοῦ μικροτέρου μετὰ τοῦ καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἢ ἄνευ τοῦ καὶ , ὅπως νῦν: πέντε καὶ τριάκοντα καὶ διακόσιοι - διακόσιοι καὶ τριάκοντα καὶ πέντε - διακόσιοι τριάκοντα πέντε .

Ὁμοίως ἐπὶ τῶν τακτικῶν: πέμπτος καὶ τριακοστὸς - τριακοστὸς καὶ πέμπτος - τριακοστὸς πέμπτος.

Σημείωσις 3. Τοὺς κλασματικοὺς ἀριθμοὺς οἱ ἀρχαῖοι ἐξέφερον δι᾽ ἀπολύτων ἀριθμητικῶν κατ’ ἀμφοτέρους τοὺς ὅρους, πρσθέτοντες ὅμως εἰς, τὸν ένα ἐξ αὐτῶν τὴν λέξιν μέροςμοῖρα : π.χ. τῶν ἑπτὰ μερῶν τὰ πέντε ἡ τῶν ἑπτὰ αἱ πέντε μοῖραι (= ⁵/₇).

᾽Εὰν δὲ ὁ παρονομαστὴς ἦτο μόνον κατὰ μίαν μονάδα μεγαλύτερος τοῦ ἀριθμητοῦ, παρελείπετο : τὰ πέντε μέρη (= ⁵/₆), τὰ ἐννέα μέρη (= ⁹/₁₀).

β΄) Ἀριθμητικά οὐσιαστικά

§ 167. Τὰ οὐσιαστικὰ ἀριθμητικὰ σημαίνουν ἀφῃρημένην ἀριθμητικὴν ποσότητα. Ταῦτα πάντα εἶναι θηλυκοῦ γένους καὶ σχηματίζονται τὰ πλεῖστα ἀπὸ τὸ θέμα τῶν ἀπολύτων, ἀφοῦ εἰς αὐτὸ προστεθῇ ἡ κατάληξις - ὰς (γεν. -άδος) : (δύο) δυ - άς , (τρία) τρι - άς , (δέκα) δεκ - άς , (ἑκατὸν) ἑκατοντ - άς .

Σημείωσις . Τοῦ εἷς (μία, ἒν) τὸ οὐσιαστικὸν εἶναι ἡ μονὰς τοῦ τέτταρα - ἡ τετράς , τοῦ πέντε - ἡ πεμπὰς (= ἡ πεντάς), τοῦ εἴκοσιν - ἡ εἰκὰς (= εἰκοσάς, εἰκοσαριά), τοῦ τριάκοντα - ἡ τριακὰς (= ἡ τριακοντάς, τριανταριά).

γ΄) Ἀριθμητικὰ ἐπιρρήματα

§ 168. Ἀριθμητικὰ ἐπιρρήματα λέγονται αἱ λέξεις, μὲ τὰς ὁποίας δίδεται ὡρισμένη ἀπάντησις εἰς τὴν ἐρώτησιν ποσάκις . Καὶ τούτων τὰ πλεῖστα σχηματίζονται ἀπὸ τὸ θέμα τῶν ἀπολύτων, ἀφοῦ εἰς αὐτὸ προστεθῇ ἡ κατάληξις - κις ἢ - άκις : (ἑπτὰ) ἑπτά - κις , (δέκα) δεκά - κις , ἑξ - άκις , (πέντε) πεντ - άκις .

Τῶν τριῶν πρώτων ἀριθμητικῶν (εἷς, δύο, τρεῖς) ἐπιρρήματα εἶναι τοῦ εἷς - ἅπαξ (= μίαν φοράν), τοῦ δύο - δὶς (= δύο φοράς), τοῦ τρεῖς - τρὶς (= τρεῖς φοράς).

Σημείωσις . Τὸ σημεῖον ϛϘ, μὲ τὸ ὁποῖον οἱ ἀρχαῖοι παρίστανον τὸ 6, καλεῖται στίγμα , τὸ δὲ σημεῖον ϞϘ, μὲ τὸ ὁποῖον παρίστανον τὸ 90, καλεῖται κόππα , καὶ τὸ σημεῖον Ϡ, μὲ τὸ ὁποῖον παρίστανον τὸ 900, καλεῖται σαμπῖ .

Πρὸς παράστασιν δὲ τῶν ἀριθμῶν ἐν γένει οἱ ἀρχαῖοι ἐχρησιμοποίουν τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀλφαβήτου μὲ μίαν κεραίαν πρὸς τὰ ἄνω καὶ δεξιὰ ἢ κάτω καὶ ἀριστερά.

Διῄρουν δὲ πρὸς τοῦτο τὰ 24 στοιχεῖα τοῦ ἀλφαβήτου εἰς τρεῖς ὁμάδας, α - θ, ι - π, ρ - ω· καὶ τῆς μὲν πρώτης ὁμάδος τὰ στοιχεῖα τὰ ἐχρησιμοποίουν πρῶτον πρὸς παράστασιν τῶν ἁπλῶν μονάδων (α΄ = 1, β΄ = 2, γ΄ = 3 κτλ.), τῆς δὲ δευτέρας ὁμάδος πρὸς παράστασιν τῶν δεκάδων (ι΄ = 10, κ΄ = 20, λ΄ = 30 κτλ.) καὶ τῆς τρίτης πρὸς παράστασιν τῶν ἑκατοντάδων (ρ΄ = 100, σ΄ = 200, τ΄ = 300 κτλ.).

Πρὸς παράστασιν δὲ τῶν χιλιάδων ἐχρησιμοποίουν τὰ ἴδια στοιχεῖα, ἀλλὰ μὲ τὴν κεραίαν πρὸς τὰ κάτω καὶ ἀριστερὰ (ϙα = 1000, ϙβ - 2000, ϙγ = 3000 κτλ., ϙαωκα΄ = 1821, ϙαϠιβ΄ = 1912, ϙαϠμς΄ = 1946).

Πίναξ τῶν ἀριθμητικῶν

Ἑλλ. σημ. Ἀραβ. ψηφία Ἀπόλυτα Τακτικά Ἐπιρρήματα
α΄ β΄ γ΄ δ΄ ε΄ ς΄ ζ΄ η΄ θ΄ ι΄ 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10

εἷς, μία, ἓν δύο τρεῖς, τρία τέτταρες,τέτταρα πέντε ἓξ ἑπτὰ ὀκτὼ ἐννέα δέκα

πρῶτος, -η, -ον δεύτερος, -α, -ον τρίτος, -η, -ον τέταρτος πέμπτος ἕκτος ἕβδομος ὄγδοος ἔνατος δέκατος

ἅπαξ δὶς τρὶς τετράκις πεντάκις ἑξάκις ἑπτάκις ὀκτάκις ἐνάκις δεκάκις

ια΄ ιβ΄ ιγ΄ ιδ΄ ιε΄ ις΄ ιζ΄ ιη΄ ιθ΄ κ΄ λ΄ μ΄ ν΄ ξ΄ ο΄ π΄ ϞϘ 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 30 40 50 60 70 80 90

ἕνδεκα δώδεκα τρεῖς (τρία) καὶ δέκα τέτταρες(-ρα)καὶδέκα πεντεκαίδεκα ἑκκαίδεκα ἑπτακαίδεκα ὀχτωκαίδεκα ἐννεακαίδεκα εἴκοσι (ν) τριάκοντα τετταράκοντα πεντήκοντα ἑξήκοντα ἑβδομήκοντα ὀγδοήκοντα ἐνενήκοντα

ἐνδέκατος δωδέκατος τρίτος καὶ δέκατος τέταρτος καὶ δέκατος πέμπτος καὶ δέκατος ἕκτος καὶ δέκατος ἕβδομος καὶ δέκατος ὄγδοος καὶ δέκατος ἔνατος καὶ δέκατος εἰκοστὸς τριακοστὸς τετταρακοστὸς πεντηκοστὸς ἑξηκοστὸς ἑβδομηκοστὸς ὀγδοηκοστὸς ἐνενηκοστὸς

ἑνδεκάκις δωδεκάκις τρισκαιδεκάκις τετράκαιδεκάκις πεντεκαιδεκάκις ἑκκαιδεκάκις ἑπτακαιδεκάκις ὀκτωκαιδεκάκις ἐννεακαιδεκάκις εἰκοσάκις τριακοντάκις τετταρακοντάκις πεντηκοντάκις ἑξηκοντάκις ἑβδομηκοντάκις ὀγδοηκοντάκις ἐνενηκοντάκις

ρ΄ σ΄ τ΄ υ΄ φ΄ χ΄ ψ΄ ω΄ ϠϘ 100 200 300 400 500 600 700 800 900

ἑκατὸν διακόσιοι -αι -α τριακόσιοι -αι -α τετρακόσιοι -αι -α πεντακόσιοι -αι -α ἑξακόσιοι -αι -α ἑπτακόσιοι -αι -α ὀκτακόσιοι -αι -α ἐνακόσιοι -αι -α

ἑκατοστὸς διακοσιοστὸς τριακοσιοστὸς τετρακοσιοστὸς πεντακοσιοστὸς ἑξακοσιοστὸς ἑπτακοσιοστὸς ὀκτακοσιοστὸς ἐνακοσιοστὸς

ἑκατοντάκις διακοσιάκις τριακοσιάκις τετρακοσιάκις πεντακοσιάκις ἑξακοσιάκις ἑπτακοσιάκις ὀκτακοσιάκις ἐνακοσιάκις

ϙα ϙβ ϙι ϙκ 1000 2000 10000 20000 χίλιοι -αι -α δισχίλιοι -αι -α μύριοι -αι -α δισμύριοι -αι -α χιλιοστὸς δισχιλιοστὸς μυριοστὸς δισμυριοστὸς χιλιάκις δισχιλιάκις μυριάκις δισμυριάκις

Αρχή Κεφαλαίου
Αρχή Υποκεφαλαίου
Περιεχόμενα

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄

ΡΗΜΑΤΑ

α΄) Ὁρισμὸς καὶ παρεπὸμενα τοῦ ῥήματος

Γενικά τινα περὶ τοῦ σχηματισμοῦ αὐτῶν

§ 169. ῾Ρήματα λέγονται αἱ λέξεις, αἱ ὁποῖαι σημαίνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενον ἐνεργεῖ ἢ πάσχει κατά τι ἢ εὑρίσκεται εἰς μίαν κατάστασιν.

§ 170. Πᾶν ῥῆμα ἔχει πολλοὺς καὶ διαφόρους τύπους καὶ μὲ αὐτοὺς δηλοῦνται τὰ παρεπόμενα τοῦ ῥήματος, ἤτοι ἡ διάθεσις , ἡ συζυγία , ἡ φωνή , ὁ χρόνος , ἡ ἔγκλισις , τὸ πρόσωπον καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτοῦ (πρβλ. § 41, 3, Σημ.).

§ 171. Διάθεσις ῥήματος λέγεται ἡ σημαινομένη ὑπ’ αὐτοῦ κατάστασις τοῦ ὑποκειμένου. Εἶναι δὲ αἱ διαθέσεις τῶν ῥημάτων τέσσαρες : ἐνεργητική, μέση, παθητικὴ καὶ οὐδετέρα.

1) ῾Ρήματα ἐνεργητικῆς διαθέσεως ἤ ἐνεργητικὰ λέγονται ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σημαίνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενον ἐνεργεῖ : ὁ παῖς χορεύει · κρούει τὴν θύραν.

2) ῾Ρήματα μέσης διαθέσεως ἢ μέσα λέγονται ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σημαίνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενο ἐνεργεῖ, ἡ δὲ ἐνέργειά του ἐπιστρέφει εἰς αὐτὸ τὸ ἴδιον : ὁ παῖς ἑνδύεται (= ἐνδύει τὸν ἑαυτόν του).

3) ῾Ρήματα παθητικῆς διαθέσεως ἢ παθητικὰ λέγονται ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σημαίνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενον πάσχει : ὁ παῖς λούεται ὑπὸ τῆς μητρός.

4) ῾Ρήματα οὐδετέρας διαθέσεως λέγονται ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σημαίνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενον οὔτε ἐνεργεῖ οὔτε πάσχει τι, ἀλλ᾽ ἁπλῶς εὑρίσκεται εἰς μίαν κατάστασιν : ὁ παῖς καθεύδει (κοιμᾶται).

§ 172. Συζυγία ῥημάτων λέγεται ὁ τρόπος τῆς κλίσεως αὐτῶν. Εἶναι δὲ αἱ συζυγίαι τῶν ῥημάτων δύο, ἤτοι ἡ συζυγία τῶν εἰς -ω (-ομαι) καὶ ἡ συζυγία τῶν εἰς -μι (-μαι) : λύ - ω (λύ - ομαι), δείκνυ - μι (δείκνυ- μαι).

§ 173. Φωνὴ ῥήματος λέγεται ἓν σύνολον τῶν τύπων αὐτοῦ, Πᾶν δὲ ῥῆμα ἔχει δύο φωνὰς ἢ δύο σύνολα τύπων, ἤτοι :

1) τὴν ἐνεργητικὴν φωνήν, ἤτοι ἕν σύνολον τύπων, τὸ ὁποῖον ἀρχίζει μὲ τὴν κατάληξιν -ω ἢ -μι : λύ - ω, λύ - εις κτλ., δείκνι- μι, δείκνυ- ς κτλ.

2) τὴν μέσην φωνήν, ἤτοι ἕτερον σύνολον τύπων, τὸ ὁποῖον ἀρχίζει μὲ τὴν κατάλῃξιν -ομαι ἢ -μαι : λύ- ομαι, λύ- ῃ, λύ- εται κτλ. ; δείκνυ-μαι, δείκνυ- σαι κτλ.

§ 174. Χρόνος ῥήματος λέγεται ὁ τύπος αὐτοῦ, μὲ τὸν ὁποῖον δηλοῦται πότε γίνεται ἡ πρᾶξις.

Οἱ χρόνοι τοῦ ῥήματος τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἶναι ἑπτά, οἱ ἑξῆς:

1) ὁ ἐνεστώς, ὁ ὁποῖος δηλοῖ ὅτι ἡ πρᾶξις γίνεται τώρα , ἤτοι καθ’ ὅν χρόνον ὁμιλεῖ ὁ λέγων : ὁ μαθητὴς γράφει·

2) ὁ παρατατικός, ὁ ὁποῖος δηλοῖ ὅτι ἡ πρᾶξις ἑγίνετο (διαρκῶς ἢ ἐπανειλημμένως) εἰς τὸ παρελθόν : ὁ μαθητὴς ἐγραφεν·

3) ὁ μέλλων (ὁ ἁπλοῦς), ὁ ὁποῖος δηλοῖ ὅτι ἡ πρᾶξις θὰ γίνῃθὰ γίνεται εἰς τὸ μέλλον : ὁ μαθητὴς γράψει (θὰ γράψῃ ἢ θὰ γράφη)·

4) ὁ ἀόριστος , ὁ ὁποῖος δηλοῖ ἁπλῶς ὅτι ἡ πρᾶξις ἔγινεν εἰς τὸ παρελθόν : ὁ παῖς ἔγραψε τὴν ἐπιστολήν ·

5) ὁ παρακείμενος , ὁ ὁποῖος δηλοῖ ὅτι ἡ πρᾶξις ἔχει γίνει , ἤτοι εἶναι τετελεσμένη : ὁ παῖς γέγραφε τὴν ἐπιστολὴν (= τὴν ἔχει γραμμένην)·

6) ὁ ὑπερσυντέλικος , ὁ ὁποῖος δηλοῖ ὅτι ἡ πρᾶξις εἶχε γίνει , ἤτοι ἧτο τετελεσμένη κατά τι χρονικὸν σημεῖον τοῦ παρελθόντος ; ὁ παῖς ἐγεγράφει τὴν ἐπιστολὴν (= τὴν εἶχε γραμμένην)·

7) ὁ τετελεσμένος μέλλων , ὁ ὁποῖος δηλοῖ ὅτι ἡ πρᾶξις θὰ ἔχῃ γίνει , ἤτοι θὰ εἶναι τετελεσμένη κατά τι χρονικὸν σημεῖον τοῦ μέλλοντος : γεγραφὼς ἔσομαι τὴν ἐπιστολὴν (= θὰ ἔχω γράψει τὴν ἐπιστολήν)· ἐπιστολὴ γεγράψεται (= θὰ ἔχῃ γραφῆ ἢ θὰ εἶναι γραμμένη ἡ ἐπιστολή).

Σημειωσις 1. ῾Η σημασία ἐκάστου χρόνου εἶναι οἵα ἐδηλώθη ἀνωτέρω μόνον εἰς τὴν ὁριστικὴν ἔγκλισιν. Περὶ τῆς σημασίας δὲ τῶν χρόνων εἰς τὰς ἄλλας ἐγκλίσεις ἰδὲ τὸ Συντακτικόν.

Σημείωσις 2. ῾Ο ἑνεστώς, ὁ μέλλων (ἁπλοῦς καὶ τετελεσμένος) καὶ ὁ παρακείμενος λέγονται χρόνοι ἀρκτικοί , ὁ δὲ παρατατικός, ὁ ἀόριστος καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος λέγονται χρόνοι παραγόμενοι (ἢ ἰστορικοὶπαρῳχημένοι ).

῾Ο παρακείμενος, ὁ ὑπερσυντέλικος καὶ ὁ τετελεσμένος μέλλων λέγονται προσέτι χρόνοι συντελικοί .

§ 175. ῎Εγκλισις ῥήματος λέγεται ὁ τύπος αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος δηλοῖ τὴν ψυχικὴν διάθεσιν τοῦ ὁμιλοῦντος , Εἶναι δὲ αἱ ἐγκλίσεις τοῦ ῥήματος τῆς ἀρχαίας γλώσσης τέσσαρες, ἤτοι ἡ ὁριστική ,ἡ ὑποτακτική , ἡ προστακτικὴ καὶ ἡ εὐκτική .

1) ῾Οριστικὴ λεγεται ἡ ἔγκλισις τοῦ ρήματος, ἡ ὁποία παριστᾷ τὴν πρᾶξιν ὡς βεβαίαν: προσέχ ομεν

2) ῾Υποτακτικὴ λέγεται ἡ ἔγκλισις, ἡ ὁποία παριστᾷ τὴν πρᾶξιν ὡς ἐπιθυμητὴν ἡ προσδοκωμένην : προσέχ ωμεν (=ἂς προσέχωμεν)· ἐὰν ζητ ῇς καλῶς, εὑρήσεις·

3) Προστακτικὴ λέγεται ἡ ἔγκλισις, ἡ ὁποία παριστᾷ τὴν πρᾶξιν ὡς ἀξίωσιν ἢ προσταγὴν τοῦ ὁμιλοῦντος : προσέχ ετε .

4) Εὐκτικὴ λέγεται ἡ ἔγκλισις, ἡ ὁποία παριστᾷ τὴν πρᾶξιν ὡς εὐχὴν τοῦ ὁμιλοῦντος : ὑγιαίν οιτε (= εἴθε νὰ ὑγιαίνετε).

Σημείωσις 1. ῾Ἡ εὐκτικὴ μετὰ τοῦ (δυνητικοῦ) μορίου ἂν κανονικῶς παριστᾷ τὴν πρᾶξιν ὡς δυνατήν : λέγοιτε ἂν (θὰ ἐλέγατε, ᾐμπορεῖτε νὰ λέγετε).

Σημείωσις 2. Ἡ σημασία ἑκάστης ἐγκλίσεως εἶναι οἵα ἀνωτέρω ἐδηλώθη εἰς τὰς ἀνεξαρτήτους προτάσεις. Τίνας δὲ σημασίας λαμβάνει ἑκάστη ἔγκλισις εἰς τὰς δευτερευούσας προτάσεις, διδάσκει τὸ Συντακτικόν.

§ 176. Πρόσωπον ῥήματος λέγεται τύπος αὐτοῦ, μὲ τὸν ὁποῖον δηλοῦται τίνος προσώπου εἶναι τὸ ὑποκείμενον αὐτοῦ, ἤτοι ἂν τὸ ὑποκείμενον τοῦ ῥήματος εἶναι πρώτου προσώπουδευτέρουτρίτου : λέγω (ἐγώ), λέγεις (σύ), λέγει (ἐκεῖνος) (βλ. § 148).

§ 177. Ἀριθμὸς ῥήματος λέγεται τύπος αὐτοῦ, μὲ τὸν ὁποῖον δηλοῦται, ἂν τὸ ὑποκείμενον αὐτοῦ περιλαμβάνῃ ἒν ἢ πολλὰ πρόσωπα ἢ ζῷα ἢ πράγματα : παίζω (ἐγώ, εἷς ), παίζομεν (ἡμεῖς, πολλοί ), παίζει (ὁ παῖς, εἷς ), παίζουσιν (οἱ παῖδες, πολλοί ).

§ 178. ᾽Εκτὸς τῶν τεσσάρων ἐγκλίσεων τὸ ῥῆμα ἔχει προσέτι δύο ὀνοματικοὺς τύπους, ἤτοι τὸ ἀπαρέμφατον καὶ τὴν μετοχήν .

1) Τὸ ἀπαρέμφατον εἶναι ῥηματικὸν οὐσιαστικόν , τὸ ὁποῖον ὅμως δηλοῖ συγχρόνως διάθεσιν καὶ χρόνον : λύειν, λύεσθαι - λῦσαι, λυθῆναι . Καλεῖται δὲ ἀπαρέμφατον, διότι εἰς πάντα χρόνον ἔχει μίαν μόνον κατάληξιν καὶ μόνον του δὲν ( παρεμφαίνει , ἤτοι δὲν) δηλοῖ ὡρισμένον πρόσωπον καὶ ἀριθμόν : βούλομαι λέγειν (= θέλω νὰ λέγω)· βουλόμεθα λέγειν (= θέλομεν νὰ λέγωμεν) βούλονται λέγειν (θέλουν νὰ λέγουν).

2) Ἡ μετοχὴ εἶναι ῥηματικὸν ἐπίθετον , τὸ ὁποῖον ὅμως δηλοῖ συγχρόνως διάθεσιν καὶ χρόνον (βλ. § 132 κ.ἑ) : γράφων, γράφουσα, γράφον - γραφόμενος, γραφομένη, γραφόμενον - γράψας, γράψασα, γράψαν,- γραφείς, γραφεῖσα, γραφέν . Καλεῖται δὲ μετοχή, διότι μετέχει τῶν παρεπομένων καὶ τοῦ ὀνόματος καὶ τοῦ ῥήματος.

§ 179. Πᾶσαι αἱ ἐγκλίσεις καὶ οἱ χρόνοι τοῦ ῥήματος τῆς ἀρχαίας γλώσσης, ἐξαιρέσει ὡρισμένων τύπων αὐτῶν σχηματίζονται μονολεκτικῶς. Πρβλ. ὑγιαίνοιτε (= εἴθε νὰ ὑγιαίκετε), λεγέτω (= ἂς λέγῃ), κόψω (= θὰ κόψω ἢ θὰ κόπτω), κέκοφα (= ἔχω κόψει), ἐκεκόφειν (εἶχον κόψει), κοπήσομαι (= θὰ κοπῶ), κέκομμαι (= ἔχω κοπῆ), ἐκεκκόμμην (= εἶχον κοπῆ) κτλ.

§ 180. Τοῦ ῥήματος τῆς ἀρχαίας γλώσσης

1) ὁ ἁπλοῦς μέλλων δὲν ἔχει δύο τύπους ὅπως εἰς τὴν νέαν γλῶσσαν, ἀλλὰ ἕνα μόνον τύπον, μὲ αὐτὸν δὲ δηλοῦται ἡ μέλλουσα πρᾶξις εἴτε ἁπλῶς ἐν συνόψει εἴτε κατὰ διάρκειανἑπανάληψιν : γράψω (= θὰ γράψω ἢ θὰ γράφω)·

2) ὁ τετελεσμένος μέλλων

α΄) τῆς ἐνεργητικὴς φωνῆς ἐν γένει σχηματίζεται περιφραστικῶς μὲ τὴν μετοχὴν τοῦ ἐνεργητικοῦ παρακειμένου καὶ τὸν μέλλοντα τοῦ ῥήματος εἰμί : (λύω) λελυκὼς ἔσομαι (= θὰ ἔχω λύσει)˙

β΄) τῆς μέσης φωνῆς ἐν γένει σχηματίζεται καὶ μονολεκτικῶς καὶ περιφραστικῶς μὲ τὴν μετοχὴν τοῦ μέσου παρακειμένου καὶ τὸν μέλλοντα τοῦ ῥήματος εἰμί : (λύομαι) λελύσομαι καὶ λελυμένος ἔσομαι (= θὰ ἔχω λυθῆ ἢ θὰ εἶμαι λυμένος).

β′) Συστατικὰ μέρη τοῦ ῥήματος, θέμα, χαρακτὴρ

§ 181. Εἰς τοὺς ῥηματικοὺς τύπους κανονικῶς διακρίνομεν δύο θέματα, τὸ χρονικὸν θέμα καὶ τὸ ῥηματικὸν θέμα.

1) Χρονικὸν θέμα λέγεται ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον σχηματίζονται οἱ τύποι ἑνὸς ὡρισμένου χρόνου ἢ ὡρισμένων χρόνων τοῦ ῥήματος. Κανονικῶς δὲ ἔχουν κοινὸν τὸ χρονικὸν θέμα ὁ ἐνεστὼς μὲ τὸν παρατατικόν, ὁ ἁπλοῦς μέλλων μὲ τὸν ἀόριστον καὶ ὁ παρακείμενος μὲ τὸν ὑπερσυντέλικον (καὶ τὸν τετελεσμένον μέλλοντα). Πρβλ. κόπτ- ω , ἔ- κοπτον - κόψ- ω, ἔ-κοψ- α - κέκοφ- α, ἐ-κεκόφ- ειν (κεκοφ- ὼς ἔσομαι) κτλ.

2) ῾Ρηματικὸν θέμα λέγεται τὸ ἀρχικὸν θέμα τοῦ ῥήματος, ἤτοι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ βάσις τοῦ σχηματισμοῦ πάντων τῶν χοονικῶν θεμάτων αὐτοῦ. Οὕτω τὸ ῥηματικὸν θέμα τοῦ ῥ· κόπτ- ω εἶναι κόπ -, ἐξ αὐτοῦ δὲ ἐσχηματίσθη τὸ ἐνεστωτικὸ θέμα κόπ-τ -, τὸ τοῦ μέλλοντος κοψ = κοπ - σ - καὶ τὸ τοῦ παρακειμένου κε- κοφ -, ἐκ τοῦ κε-κοπ - κτλ.

Σημείωσις . Τὸ ῥηματικὸν θέμα ἐνίοτε μὲν εἶναι τὸ ἴδιον μὲ τὸ θέμα τοῦ ἐνεστῶτος (λύ- ω, λέγ- ω, μέν- ω), συνήθως ὅμως εὑρίσκεται ἀπὸ τὸν ἀόριστον β΄ (ὡς τοῦ βάλλω, ῥηματικὸν θ. βάλ-, ἀόρ. β΄ ἔ- βαλ - ον), καὶ συνηθέστερον ἀπὸ κάποιαν λέξιν ἐτυμολογικῶς συγγενῆ πρὸς τὸ ῥῆμα (βλάπτω - βλάβ-η, τύπτω - τύπ-ος, ῥάπτω - ῥαφ-ή, ἀγγέλω - ἄγγελ- ος, αἴρω - ἄρ- σις κτλ,).

§ 182. ῾0 χαρακτὴρ ἑνὸς χρονικοῦ θέματος λέγεται χρονικὸς χαρακτήρ, ὁ δὲ χαρακτὴρ τοῦ ῥηματικοῦ θέματος λέγεται ῥηματικὸς χαρακτηρ.

§ 183. Κατὰ τὸν χαρακτῆρα τοῦ ῥηματικοῦ θέματος αὐτῶν τὰ ῥήματα διαιροῦνται εἰς φωνηεντόληκτα καὶ συμφωνόληκτα : λύ- ω, χρί- ω γράφ- ω, κόπτ- ω (βλ. § 66).

῞Υποδιαιροῦνται δὲ

1) τὰ μὲν φωνηεντόληκτα ῥήματα εἰς ἀσυναίρετα ( κωλύ- ω βασιλεύ- ω, κρού- ω ) καὶ εἰς συνηρημένα ( τιμάω- ῶ, φιλέω- ῶ, πληρόω- ῶ)

2) τὰ δὲ συμφωνόληκτα εἰς ἀφωνόληκτα ( ἄγ- ω, βλέπ- ω, πείθ- ω ) καὶ εἰς ἐνρινόληκταὑγρόληκτα ( μέν- ω, ἀγγέλλ- ω, καθαίρ- ω ).

§ 184. Κατὰ τὸν σχηματισμὸν τῶν διαφόρων τύπων ἑνὸς ῥήματος τὸ ῥηματικὸν θέμα αὐτοῦ ὑφίσταται διαφόρους μετασχηματισμοὺς, ἄλλους μὲν εἰς τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, ἄλλους δὲ εἰς τὸ τέλος αὐτοῦ πρὸ τῶν ῥηματικῶν καταλήξεων. Πρβλ. ῥηματικὸν θέμα ταγ -, ἐξ οὗ τάσσ- ω, ἔ- τασσ - ον, τάξ- ω, ἔ- ταξ - α, τέ - ταχ - α, ἐ-τε -τάχ - ειν, ταχ - θή - σο - μαι, ἐ - τά - χθην, τέ - τακ - ται κτλ.

γ΄) Αὔξησις καὶ ἀναδιπλασιασμὸς

1. Αὔξησις

§ 185. Οἱ παραγόμενοι χρόνοι τῶν ῥημάτων εἰς τὴν ὁριστικὴν ἔχουν αὔξησιν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ θέματος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἐξ αὐτῶν σχηματίζεται. ῾Η αὔξησις δηλοῖ τὸ παρελθόν, εἶναι δὲ δύο εἰδῶν, συλλαβικὴ καὶ χρονική .

1) Συλλαβικὴν αὔξησιν ἔχουν οἱ παραγόμενοι χρόνοι τῶν ῥημάτων, τῶν ὁποίων τὸ θέμα ἀρχίζει ἀπὸ σύμφωνον. Εἶναι δὲ ἡ συλλαβικὴ αὔξησις ἒν ε ψιλούμενον , τὸ ὁποῖον προτάσσεται τοῦ θέματος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον σχηματίζεται ἕκαστος ἐκ τῶν παραγομένων χρόνων :

πιστεύ- ω - ἐ- πίστευ - ον, ἐ- πίστευ - σα, ἐ- πεπιστεύ - κειν

ῥίπτ- ω - ἐ - ρριπτ - ον, ἔ - ρριψ - α, ἐ - ρρίφ - ειν (34, 1).

2) Χρονικὴν αὔξησιν ἔχουν οἱ παραγόμενοι χρόνοι τῶν ῥημάτων, τῶν ὁποίων τὸ θέμα ἀρχίζει ἀπὸ φωνῆεν. Εἶναι δὲ ᾑ χρονικὴ αὔξησις ἕκτασις τοῦ ἀρκτικοῦ βραχέος φωνήεντος τοῦ θέματος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον σχηματίζεται ἕκαστος ἐκ τῶν παραγομένων χρόνων (§ 32, 6).

Κατὰ τὴν χρονικὴν αὔξησιν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ θέματος

τὸ ε γίνεται η : ἀγοράζω, γόραζον - ἐλπίζω, λπιζον ·

τὸ ο γίνεται ω : ὀδύρομαι, δυρόμην ·

τὸ γίνεται : ἱκετεύω, ἱκέτευον˙

τὸ γίνεται : ὑβρίζω, ὕβριζον ·

τὸ αιει γίνεται η : αἰσθάνομαι, σθανόμην - εἰκάζω, καζον ·

τὸ αυευ γίνεται ηυ : αὐξάνω, ηὔ ξανον - εὑρίσκω, ηὕρισκον ˙

τὸ οι γίνεται : οἰκτίρω, κτιρον .

Σημειωσις 1. Τὸ ἀρκτικὸν ει γίνεται κατὰ τὴν αὔξησιν ῃ προσέτι εἰς τὸν παρατατικὸν τοῦ ῥήματος εἶμι - ᾗαᾕειν καὶ εἰς τὸν ὑπερσυντέλικον τοῦ οἵδα (θ. εἰδ-) - ᾕδειν . Εἰς τὰ ἄλλα ῥήματα μένει ·- εἴκω-εἶκον ˙ εἴργω - εἶργον· εἴρω - εἶρον.

Τὸ ἀρκτικὸν , καίτοι εἶναι μακρόν, τρέπεται κατὰ τὴν αὔξησιν εἰς η κατ’ ἀναλογίαν : ἀθλῶ - ἤθλουν , ἀργῶ - ἤργουν , ᾄδω - ᾗδον ( ὅπως ἄγω - ἦγον , αἲτῶ - ᾖτουν ).

Σημείωσις 2. ῾Υπερσυντέλικοι ῥημάτων, τῶν ὁποίων ὁ παρακείμενος ἔχει ἀναδιπλασιασμὸν ε , δέν ἔχουν αὔξησιν : ἐστράτευκα - ἐστρατεύκειν , ἐζήτηκα - ἐζητήκειν .

2. Ἀναδιπλασιασμὸς

§ 186. Οἱ συντελικοὶ χρόνοι (ἤτοι ὁ παρακείμενος, ὁ ὑπερσυντέλικος καὶ ὁ τετελεσμένος μέλλων) ἔχουν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ θέματος ἀναδιπλασιασμὸν εἰς πάσας τὰς έγκλίσεις (καὶ εἰς τὸ ἀπαρέμφατον καὶ τὴν μετοχήν).

῾Ο ἀναδιπλασιασμὸς δηλοῖ τὸ τετελεσμένον τῆς πράξεως, εἶναι δὲ δύο εἰδῶν:

1) ἐπανάληψις τοῦ ἀρκτικοῦ συμφώνου τοῦ θέματος μὲ ἕν ε κατόπιν αὐτοῦ. Τοιοῦτον ἀναδιπλασιασμὸν λαμβάνουν τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀρχίζουν ἀπὸ ἐν ἁπλοῦν σύμφωνον ἐκτὸς τοῦ ρ , ἢ ἀπὸ δύο σύμφωνα, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ πρῶτον εἶναι ἄφωνον καὶ τὸ δεύτερον ἔνρινον ᾒ ὑγρόν :

παιδεύω - πε - παίδευ - κα ἐ- πε - παιδεύ - κειν

θύω -τέ - θυ - κα ἐ- τε - θύ - κειν

(θέ - θυ - κα) (ἐ- θε - θύ - κειν)

φυτεύω - πε - φύτευ - κα ἐ- πε - φυτεύ - κειν

(φε - φύτευ - κα) (ἐ- φε - φυτεύ - κειν)

χορεύω - κε - χόρευ - κα ἐ- κε - χορεύ - κειν

(χε - χορευ - κα) (ἐ- χε - χορεύ - κειν) (§ 37,7)

κάμνω (θ. κμη-) - κέ - κμη - κα

πνέω (θ. πνευ-) - πέ - πνευ - κα

δρῶ (δρά- ω) - δέ - δρα - κα

γράφομαι - γέ - γραμ - μαι ἐ- γε - γράμ - μην, γε- γράψ - ομαι·

2) ὅ,τι καὶ ἡ αὔξησις . Λαμβάνουν δὲ

α) συλλαβικὴν αὔξησιν ὡς ἀναδιπλασιασμὸν τὰ ῥήματα, τῶν ὁποῖων τὸ θέμα ἀρχίζει ἀπὸ σύμφωνον διπλοῦν ἢ ἀπὸ ρ ἢ ἀπὸ δύο σύμφωνα, χωρὶς ὅμως νὰ εἶναι τὸ πρῶτον ἐξ αὐτῶν ἄφωνον καὶ τὸ δεύτερον ἔνρινον ἢ ὑγρὸν ἢ ὅσων τὸ θέμα ἀρχίζει ἀπὸ τρία σύμφωνα :

ζητῶ - ἐ - ζήτηκα (ὅπως ἐ - ζήτησα)

ῥίπτω - ἔ - ρριφα (ὅπως ἔ - ρριψα)

σπείρω (θ. σπερ-, σπαρ-) - ἔ - σπαρκα (ὅπως ἔ - σπειρα)

φθείρω (θ. φθερ-, φθαρ-) - ἔ - φθαρκα (ὅπως ἔ - φθειρα)

στρατεύω - ἐ - στράτευκα (ὅπως ἐ - στράτευσα)

β) χρονικὴν αὔξησιν ὡς ἀναδιπλασιασμὸν τὰ ῥήματα, τῶν ὁποίων τὸ θέμα ἀρχίζει ἀπὸ φωνῆεν:

δικῶ - - δίκη - κα (ὅπως ἠδίκησα)

ρημῶ - - ρήμω - κα (ὅπως ἠρήμωσα)

μολογῶ - - μολόγη - κα (ὅπως ὡμολόγησα)

αἰ τῶ - - τη - κα (ὅπως ᾔτησα)

οἰ κῶ - -κη-κα (ὅπως ᾤκησα)

3. Αὔξησις καὶ ἀναδιπλασιασμὸς τῶν συνθέτων ῥημάτων

§ 187. 1) Τὰ μετὰ προθέσεων σύνθετα (ἢ παρασύνθετα) ῥήματα ἔχουν τὴν αὔξησιν καὶ τὸν ἀναδιπλασιασμὸν μετὰ τὴν πρόθεσιν:

εἰσ - πέμπω - εἰσ - - πεμπον εἰσ - πέ - πομφα

συν - οικῶ - συν - - κουν συν - - κηκα

παρα - νομῶ - παρ - ε - νόμουν παρα - νε - νόμηκα

ἐγ - κωμιάζω - ἐν - ε - κωμίαζον ἐγ - κε - κωμίακα

ἐν - χειρίζω - ἐν - ε - χείριζον ἐγ - κε - χείρικα (§ 37, 7).

2) Τὰ παρασύνθετα ῥήματα, ὅσα ἔχουν πρῶτον συνθετικὸν ἄλλην λέξιν ἐκτὸς προθέσεως, ἔχουν τὴν αὔξησιν καὶ τὸν ἀναδιπλασιασμὸν εἰς τὴν ἀρχήν, ὡς ἐὰν ἦσαν ἁπλᾶ ῥήματα:

(ἄ - δικος) ἀδικῶ - ἠδίκουν ἠδίκηκα

(δυσ - τυχὴς) δυστυχῶ - ἐ - δυστύχουν δε - δυστύχηκα

(μυθο - λόγος) μυθολογῶ - ἐ - μυθολόγουν με - μυθολόγηκα

(οἰκο-δόμος) οἰκοδομῶ - ᾠκοδόμουν ᾠκοδόμηκα .

Σημείωσις . Τὰ παρασύνθετα ῥήματα, εἰς τὰ ὁποῖα τὸ πρῶτον συνθετικὸν εἶναι τὸ ἐπίρρημα εὗ , συνήθως δέν λαμβάνουν αὔξησιν οὐδὲ ἀναδιπλασιασμόν:

εὐδοκιμῶ εὐδοκίμουν εὐδοκίμησα εὐδοκίμηκα

εὐεργετῶ εὐεργέτουν εὐεργέτησα εὐεργέτηκα

εὐτυχῶ εὐτύχουν εὐτύχησα εὐτύχηκα

εὐωχοῦμαι εὐωχούμην εὐωχήθην.

4. Ἀνωμαλίαι αὐξήσεως

§ 188. 1) Τὰ ῥήματα βούλομαι, δύναμαι καὶ μέλλω ἔχουν αὔξησιν κανονικῶς καὶ ἀνωμάλως (κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὸ ῥ ἐθέλωθέλω - ἤθελον ).

ἐβουλόμην καὶ ἠβουλόμην - ἐβουλήθην καὶ ἠβουλήθην

ἐδυνάμην καὶ ἠδυνάμην - ἐδυνήθην καὶ ἠδυνήθην

ἔμελλον καὶ ἤμελλον.

2) Τὰ ῥήματα (κατ)άγνυμι, ὠνοῦμαι καὶ ὡθῶ , ἐνῷ τὸ θέμα των ἀρχίζει ἀπὸ φωνῆεν, ἔχουν συλλαβικὴν αὔξησιν : κατ-έ-αξα, ἐ - ωνούμην, ἐ - ώθουν.

3) Τὰ ῥήματα ἐθίζω, ἑλίττω, ἔλκω, ἕπομαι, (περι)έπω, ἐργάζομαι, ἕρπω, ἑστιῶ, ἔχω καὶ ἐῶ κατὰ τὴν αὔξησιν τρέπουν τὸ ἀρκτικὸν ε ὄχι εἰς η ἀλλὰ εἰς ει : εἴθιζον, εἵλιπτον, εἶλκον, εἱπόμην, περι - εῖπον, εἰργαζόμην, εἷρπον, εἱστίων, εἶχον, εἴων.

Σημείωσις . Τοῦ ῥ. ἐργάζομαι ὁ παρατατικὸς καὶ ὁ ἀόριστος σχηματίζονται καὶ μὲ κανονικὴν αὔξησιν: ἠργαζόμην, ἠργασάμην.

4) Τὸ ῥῆμα ἀν - οίγω εἰς πάντας τοὺς παραγομένους χρόνους, τὸ ῥ· ὁρῶ εἰς τὸν παρατατικὸν καὶ τὸ ῥ· ἀλίσκομαι εἰς τὸν ἀόριστον ἔχουν καὶ συλλαβικὴν καὶ χρονικὴν αὔξησιν ὁμοῦ: ἀν - έῳγον, ἀν - έῳξα, ἑώρων, ἑᾱ΄λων.

5) Τὸ ῥῆμα ἑορτάζω κατὰ τὴν αὔξησιν ἐκτείνει ὄχι τὸ ἀρκτικὸν φωνῆεν ἀλλὰ τὸ κατόπιν αὐτοῦ ο : ρταζον, ἑ ρτασα .

Σημείωσις . Πᾶσαι αἱ ἀνωτέρω ἀνωμαλίαι τῆς αὐξήσεως εἶναι φαινομενικαὶ καὶ ὀφείλονται εἰς διαφόρους φθογγικὰς παθήσεις π.χ. τὸ ῥῆμα ἐργάζομαι ἀρχῆθεν ἦτο Fεργάζομαι καὶ τὸ ῥῆμα ἔχω ἀρχῆθεν ἧτο σέχω , ὁ παρατατικὸς δὲ αὐτῶν ἀρχῆθεν ἦτο κανονικῶς ἐ - Fεργαζόμην , ἔ - σεχον , ἐκ τούτων δὲ κατόπιν προῆλθον οἱ τύποι ἐεργαζόμην , ἔεχον καὶ μετὰ συναίρεσιν τοῦ εε εἰς ει προῆλθον τέλος οἱ τύποι εἰργαζόμην, εἶχον (βλ. § 33, 3).

᾽Επίσης οἱ τύποι ἑώρταζον, ἑώρτασα προῆλθον ἐκ παλαιοτέρων κανονικῶν τύπων ἡόρταζον, ἡόρτασα δι’ ἀντιμεταχωρήσεως (βλ, § 32, 4).

Ὁμοίως δὲ ἐκ τῶν παλαιοτέρων τύπων ἀν - ήFοιγον , ἡFόρων (μὲ ἰσχυροτέραν συλλαβικὴν αὔξησιν η ) προῆλθον οἱ τύποι ἀν - έῳγον, ἑώρων (μὲ δασεῖαν κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὸ δασυνόμενον ὁρῶ ) (βλ. § 32, 4).

6) ᾽Εκ τῶν συνθέτων ἢ παρασυνθέτων ῥημάτων:

α΄) τὰ ῥήματα ἀμφι - έννυμι, ἐγγυῶ (ἐκ τῆς λ. ἐγ - γύη), ἑμπεδῶ (ἐκ τῆς λ. ἔμ - πεδος), ἐναντιοῦμαι (ἐκ τῆς λ. ἐν - αντίος), ἐπ - είγω, ἑπ - σταμαι καὶ καθ - έζομαι ἔχουν τὴν αὔξησιν ὅλως εἰς τὴν ἀρχήν, ὡσὰν νὰ ἧσαν ἁπλᾶ: ἠμφιέννυν, ἠγγύων, ἠμπέδουν, ἠναντιούμην, ἤπειγον, ἠπιστάμην, ἐκαθεζόμην·

β΄) τὰ ῥήματα ἐκκλησιάζω (ἐκ τῆς λ. ἐκ - κλησία), καθ - εύδω , κάθ - ημαι καὶ καθ - ίζω διφοροῦνται, ἡτοι ἔχουν τὴν αὔξησιν ἄλλοτε μὲν ὅλως εἰς τὴν ἀρχὴν ὡς ἁπλᾶ, ἄλλοτε δὲ μετὰ τὴν πρόθεσιν: ἠκ - κλησίαζον καὶ ἐξ - εκκλησίαζον, ἐκάθευδον καὶ καθ - ηῦδον, ἐκαθήμην καὶ καθ - ήμην, ἐκάθιζον, ἐκάθισα καὶ καθ - ῖσα˙

γ΄) τὰ ῥήματα ἀν - έχομαι , ἀμφι - σβητῶ (ἀρχῆθεν ἀμφισ - βητῶ), ἐν - οχλῶ καὶ (ἐπ)αν - ορθῶ ἔχουν συγχρόνως δύο αὐξήσεις, ἤτοι καὶ ὅλως εἰς τὴν ἀρχὴν ὡς ἁπλᾶ καὶ μετὰ τὴν πρόθεσιν: ἠν - ει χόμην, μφ- ε σβήτουν, ἡν - χλουν, (ἐπ) ην - ρθουν.

5. Ἀνωμαλίαι ἀναδιπλασιασμοῦ

§ 189. 1) Τὰ ῥ. γιγνώσκω καὶ γνωρίζω ἔχουν ἀναδιπλασιασμὸν τοῦ β΄ εἴδους, ἀντιστρόφως δὲ τὰ ῥ. κτῶμαι, μιμνήσκομαι καὶ πίπτω ἔχουν ἀναδιπλασιασμὸν τοῦ α΄ εἴδους, παρὰ τὸν κανόνα (§ 186) : γνωκα (θ. γνω-), γνώρικα (θ. γνωριδ-) - κέ κτημαι (θ. κτα-), μέ μνημαι (θ. μνη-), πέ πτωκα (θ. πτω-)˙

2) τὰ ῥ. ἐθίζω, ἕλκω, ἑργάζομαι, ἑστιῶ καὶ ἐῶ καὶ τὸ ῥ· (ἀν)οίγω ἔχουν ἀναδιπλασιασμὸν ὅμοιον μὲ τὴν αὔξησίν των: εἴθικα, εἵλκυκα, εἴργασμαι, εἱστίακα, εἴακα, (ἀν)έῳχα, (ἀν)έῳγμαι, (ἀν)εῴξεται (βλ. § 188, 3 καὶ 4)·

3) τὰ ῥ (κατ)άγνυμι, ἁλίσκομαι, ὁρῶ, ὠθοῦμαι καὶ ὠνοῦμαι ἔχουν ἀναδιπλασιασμὸν ε , ἂν καὶ ἀρχίζουν ἀπὸ φωνῆεν: (κατ)έαγα, ἑάλωκα, ἑόρακα (καὶ ἑώρακα), ἔωσμαι, ἐώνημαι·

4) τὰ ῥ. λαμβάνω, λαγχάνω, λέγω, (συλ)λέγω καὶ (δια)λέγομαι ἔχουν ἀναδιπλασιασμὸν ει : εἴληφα, εἴληχα, εἴρηκα (θ. Fερ-, Fερε-), (συν)είλοχα, (δι)είλεγμαι.

῾Ομοίως εἴωθα (= συνηθίζω), εἵμαρται (= εἶναι πεπρωμένον) τῶν ἀχρήστων εἰς τὸν ἐνεστῶτα ῥημάτων ἔθω (θ. Fεθ-, Fηθ-) καὶ μείρομαι (θ. σμερ-, σμαρ-).

Σημείωσις . Καὶ τῶν ἀνωμαλιῶν τοῦ ἀναδιπλασιασμοῦ ἄλλαι μέν ὁφείλονται εἰς φθογγικὰς παθήσεις, ἄλλαι δὲ εἰς ἀναλογίαν (πρβλ. § 188, 5, Σημ.).

§ 190. Ἀττικὸς ἀναδιπλασιασμός. Εἰς μερικὰ ῥήματα, τῶν ὁποίων τὸ θέμα ἀρχίζει ἀπὸ αεο , κατὰ τὸν ἀναδιπλασιασμὸν ἐπαναλαμβάνονται οἱ δύο ἀρκτικοὶ φθόγγοι τοῦ θέματος καὶ συγχρόνως ἐκτείνεται τὸ ἀρκτικὸν φωνῆεν αὐτοῦ. ῾Ο τοιοῦτος ἀναδιπλασιασμὸς καλεῖται Ἀττικὸς (πρβλ. § 59).

ἀκούω (θ. ἀκο-) ἀκ - ήκο - α

ἐλαύνω (θ. ἐλα-) ἐλ - ήλα - κα

ἐλέγχομαι (θ. ἐλεγχ-) ἐλ - ήλεγ - μα ι (ἐκ τοῦ ἐλ - ήλεγγ - μαι)

ἐσθίω (θ. ἐδε-, ἐδο-) ἐδ - ήδο - κα

ἔρχομαι (θ. ἐλυθ-) ἐλ - ήλυθ - α

ὄμνυμι (θ. ὀμο-) ὀμ - ώμο - κα

( ἀπ ) όλλυμι (θ. ὀλε-) (ἀπ)ολ - ώλε - κα

(ἀπ)όλλυμαι (θ. ὀλ-) (ἀπό)όλ - ωλ - α

ὀρύττω (θ. ὀρυχ-) ὀρ - ώρυχ - α

φέρω (θ. ἐνεκ-) ἐν - ήνοχ - α

ἐγείρομαι (θ. ἐγερ-) ἐγ - ήγερ - μαι

ἐγείρομαι (θ. ἐγορ-) ἐγρ - ήγορ - α (μὲ ἐπανάληψιν ὄχι μόνον τῶν δύο ἀρκτικῶν φθόγγων ἐγ , ἀλλὰ καὶ τοῦ ρ ).

Σημείωσις 1. ᾽Εκ τῶν ῥημάτων τούτων αὔξησιν (χρονικὴν) εἰς τὸν ὑπερσυντέλικον ἔχουν μόνον ὅσα ἀρχίζουν ἀπὸ αο :

ἀκήκοα - ἠκηκόειν

ὀμώμοκα - ὠμωμόκειν·

τὰ ἄλλα δὲν λαμβάνουν αὔξησιν εἰς τὸν ὑπερσυντέλικον:

ἐλήλακα - ἐληλάκειν

ἐλήλυθα - ἐληλύθειν.

Σημείωσις 2. Ἀναδίπλωσις τοῦ ῥηματικοῦ θέματος συμβαίνει εἴς τινα ῥήματα καὶ κατὰ τὸν σχηματισμὸν δευτέρων χρόνων αὐτῶν ἢ παραγωγὴν λέξεων ἐξ αὐτῶν: ἄγ - ω , ἤγ - αγ - ον (ἐκ τοῦ ἄγ - αγ - ον), φέρω (θ. ἐνεκ-), ἤν - εγκ - ον (ἐκ τοῦ ἐν - ένεκ - ον, ἔν - ενκ - ον) (βλ. § 32, 6) - ἀγωγὴ (ἐκ τοῦ ἀγ - αγ - ή), ἐδωδὴ (ἐκ τοῦ ἐδ - εδ - ὴ) (βλ. § 32, 1 καὶ 2).

δ΄) Τὸ βοηθητικὸν ῥῆμα εἰμὶ (= εἶμαι)

§ 191. Ἀρκετοὶ τύποι τοῦ ῥήματος τῆς ἀρχαίας γλώσσης σχηματίζονται περιφραστικῶς μὲ τὸ ῥῆμα εἰμὶ ὡς βοηθητικόν. (Πρβλ. τῆς νέας γλώσσης: ἔχω γράψει - εἶχα γράψει - εἶμαι γραμμένος - ἤμουν γραμμέ - νος ).

§ 192. Τὸ ῥῆμα εἰμὶ εἶναι ἀνώμαλον, οἱ δὲ χρόνοι αὐτοῦ εἶναι:

ἐνεστ. εἰμί , παρατ. ἦν (- ἤμην), μέλλ. ἔσομαι (= θὰ εἶμαι), ἀόρ. ἐγενόμην (= ὑπῆρξα ἢ ἔγινα), πρκμ. γέγονα (= ἔχω ὑπάρξει ἢ ἔχω γίνει), ὑπερσ. ἐγεγόνειν (= εἶχα ὑπάρξει ἢ εἶχα γίνει). ᾽Εκ τούτων ὡς βοηθητικοὶ πρὸς σχηματισμὸν τῶν ῥημάτων ἐν γένει λαμβάνονται ὁ ἐνεστώς, ὁ παρατατικὸς καὶ ὁ μέλλων, οἱ ὁποῖοι κλίνονται ὡς ἑξῆς:

Ὁριστική Ἑνεστὼς

Ὁριστική Παρατατικὸς Ὑποτα- κτικὴ

Εὐκτικὴ

Προστακτικὴ
εἰ-μὶ εἶ ἐσ-τὶ(ν) ἐσ-μὲν ἐσ-τὲ εἰ-σὶ(ν) ἐσ-τὸν ἐσ-τὸν ἦν ἢ ἦν ἦ-σθα ἦν ἦ-μεν ἦ-τε (ἦσ-τε) ἦ-σαν ἦσ-τον ἤσ-την ὦ ᾖς ᾖ ὦ-μεν ἦ-τε ὦ-σι(ν) ἦ-τον ἦ-τον εἴη-ν εἴη-ς εἴη εἴη-μεν ἢ εἶ-μεν εἴη-τε ἢ εἶ-τε εἴη-σαν ἢ εἶ-εν εἴη-τον ἢ εἶτον εἰή-την ἢ εἴ-την ἴσ-θι ἔσ-τω ἔσ-τε ἔσ-των, ὄντων (ἢ ἔσ-τωσαν) ἔσ-τον ἔσ-των

Ἀπαρέμφ.: εἶναι. Μετοχή: ῶν (ὅντ-ος), οὖσα (οὔσης), ὂν (ὅντ-ος)

Μέλλων Ὁριστικὴ: Εὐκτικὴ: Ἀπαρέμφατον: Μετοχὴ: ἔσομαι, ἔσῃ (ἢ ἔσει), ἑσται-ἐσόμεθα, ἔσεσθε, ἔσονται ἐσοίμην, ἔσοιο, ἔσοιτο - ἐσοίμεθα, ἔσοισθε, ἔσοιντο ἔσεσθαι ἐσόμενος, ἐσομένη, ἐσόμενον.

Σημείωσις . Τὸ γ΄ ἑνικὸν τῆς ὁριστικῆς τοῦ ἐνεστῶτος (ἐστὶ) -τονίζεται εἰς τὴν παραλήγουσαν ( ἔστι ):

1) ὅταν ἔχῃ τὴν σημασίαν τοῦ ὐπάρχει ἢ τοῦ εἶναι δυνατόν : ἔστι θεὸς - ἔστι λαβεῖν˙

2) ὅταν εὑρίσκεται κατὸπιν τῶν λέξεων τοῦτ’ (= τοῦτο), ἀλλ’ (= ἀλλά), εἰ, καὶ, οὐκ : τοῦτ’ ἔστι, οὐκ ἔστι ˙

3) ὅταν εὑρίσκεται εἰς τὴν άρχὴν προτάσεως: ἔστι τις σοφός.

ε΄) Σχηματισμὸς τῶν ἐγκλίσεων καὶ τῶν χρόνων τῶν ῥημάτων

1. Συζυγία τῶν εἰς -ω ῥημάτων

§ 193 . ῾Η συζυγία τῶν εἰς - ω ῥημάτων περιλαμβάνει:

1) ῥήματα βαρύτονα , ἤτοι ῥήματα, τὰ ὁποῖα λήγουν εἰς -ω ἄτονον (§ 17, 6): λύω, πείθω ˙

2) ῥήματα συνῃρημέναπερισπώμενα , ἤτοι ῥήματα, τὰ ὁποῖα λήγουν εἰς - ω περισπώμενον: τιμῶ, ποιῶ (§ 17, 4).

§ 194. Παράδειγμα βαρυτόνον ῥήματος ἐνεργητικῆς φωνῆς (§ 173,1)

Ὁριστικὴ Χρόνοι ἀρκτικοὶ Ὁριστικὴ Χρόνοι παραγώμενοι Ὑποτακτικὴ
Ἐνεστὼς Παρατικὸς λῡ΄-ω λύ-εις λύ-ει λύ-ομεν λύ-ετε λύ-ουσι(ν) ἔ-λῡ-ον ἔ-λυ-ες ἔ-λυ-ε(ν) ἐ-λύ-ομεν ἐ-λύ-ετε ἔ-λυ-ον (ἵνα) λύω λύ-ῇς λύ-ῇ λύ-ωμεν λύ-ητε λύ-ωσι(ν)
Μέλλων λῡ΄-σω λύ-σεις λύ-σει λύ-σομεν λύ-σουσι(ν)
Ἀόριστος α΄ ἔ-λῡ-σα ἔ-λυ-σας ἔ-λυ-σε(ν) ἔ-λύ-σαμεν ἐ-λύ-σατε ἔ-λυ-σαν (ἵνα) λύ-σω λύ-σῇς λύ-σῇ λύ-σωμεν λύ-σητε λύ-σωσι(ν)
Παρακείμενος Ὑπερσυντέλικος λέ-λῡ-κα λέ-λυ-κας λέ-λυ-κε(ν) λε-λύ-καμεν λε-λύ-κατε λε-λύ-κασι(ν) ἐ-λελῡ-΄κειν¹ ἐ-λε-λύ-κεις ἐ-λε-λύ-κει ἐ-λε-λύ-κεμεν² ἐ-λε-λύ-κετε ἐ-λε-λύ-κεσαν (ἵνα) λελύκω λελύκῇς λελύκῇ κλπ. καὶ (συνηθέστερον) λελυκὼς ὦ, ᾖς, ᾖ, λελυκότες ὦμεν, ἦτε, ὦσι(ν)
Τετελ. Μέλλων λελυκὼς ἔσομαι, ἔσει, ἔσται λελυκότες ἐσόμεθα, ἔσεσθαι, ἔσονται
¹

1. Ἀρχαιότεροι τύποι προσέτι: ἐλελύ-κη(ν), ἐλελύ-κης, ἐλελύ-κη .

2. Μεταγενέστεροι τύποι προσέτι: ἐλελύ-κειμεν, ἐλελύ-κειτε, ἐλελύ-κεισαν.

Εὐκτικὴ Προστακτικὴ Ἀπαρέμφατον Μετοχὴ
(εἴθε) λύ-οιμι λύ-οις λύ-οι λύ-οιμεν λύ-οιτε λύ-οιεν - λῡ-ε λυ-έτω - λύ-ετε λυ-όντων ἢ λυ-έτωσαν λύ-ειν λύ-ων (λύ-οντος) λύουσα (λυούσης) λῡ-ον (λύ-οντος)
(ὅτι) λύ-σοιμι λύ-σοις λύ-σοι λύ-σοιμεν λύ-σοιτε λύ-σοιεν λύ-σειν λύ-σων (λύσοντος) λύ-σουσα (λυσούσης) λῦ-σον (λύσοντος)
(εἴθε) λύσαιμι λύσαις ἢ λύ-σειας λύ-σαι ἢ λύ-σειε(ν) λύ-σαιμεν λύ-σαιτε λύ-σαιεν ἢ λύ-σειαν - λῦ-σον λυ-σάτω - λύ-σατε λυ-σάντων ἢ λυ-σάτωσαν λῦ-σαι λύ-σας (λύσαντος) λύ-σασα (λυσάσης) λῦ-σαν (λύσαντος)
(εἴθε) λε-λύ-κοιμι λελύκοις λελύκοι κτλ. καὶ (συνηθέστερον) λελυκὼς εἴην,εἴης, εἴη λελυκότες εἴημεν ἢ εἴμεν, εἴητε ἢ εἴτε, εἴησαν ἢ εἴεν - λελυκὼς ἴσθι ἔστω λελυκότες ἔστε ἔστων λελυκέναι λελυ-κὼς (λελυ-κότος) λελυ-κυῖα(λελυ-κυίας) λελυκὸς (λελυκότος)

3. ῾Η εὐκτικὴ τοῦ μέλλοντος ἐν γένει οὐδέποτε λαμβάνεται ὡς εὐχετική.

4. Οἱ τύποι τῆς εὐκτικῆς τοῦ ἐνεργ. ἀορ. α΄, οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς - ειας , - ειε , - ειαν , λέγονται Αἰολικοὶ καὶ εἶναι εὐχρηστότεροι τῶν ἄλλων.

5. Οἱ τύποι τοῦ γ΄ πλῃθυντικοῦ τῆς προστακτικῆς, οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς - ντων , εἶναι εὐχρηστότεροι τῶν τύπων, οἱ ὁποιοι ληγουν εἰς - τωσαν .

§ 195. Παράδειγμα βαρυτόνου ῥήματος μέσης φωνῆς (§ 173, 2), μέσης διάθεσης (§ 171, 2). Λύομαι = λύω τὸν ἐαυτὸ μου.

Ὁριστικὴ Χρόνοι ἀρκτικοὶ Ὁριστικὴ Χρόνοι παραγώμενοι Ὑποτακτικὴ
Ἐνεστὼς Παρατατικὸς λῡ΄-ομαι λύ-ῇ (ἢ λύει) λύ-εται λυ-όμεθα λύ-εσθε λύ-ονται ἐ-λῡ-όμην ἐ-λύ-ου ἐ-λύ-ετο ἐ-λυ-όμεθα ἐ-λύ-εσθε ἐ-λύ-οντο (ἵνα) λύ-ωμαι λύ-ῇ λύ-ηται λυ-ώμεθα λύ-ησθε λύ-ωνται
Μέσος μέλλων λῡ΄-σομαι λύ-σῇ (ἢ λύ-σει) λύ-σεται λυ-σόμεθα λύ-σεσθε λύ-σονται
Μέσος Ἀόριστος α΄ ἐ-λῡ-σάμην ἐ-λύ-σω ἐ-λύ-σατο ἐ-λυ-σάμεθα ἐ-λύ-σασθε ἐ-λύσαντο (ἵνα) λύ-σωμαι λύ-σῇ λύ-σηται λυ-σώμεθα λύ-σησθε λύ-σωνται
Παρακείμενος Ὑπερσυντέλικος λέ-λῡ-μαι λέ-λυ-σαι λέ-λυ-ται λε-λύ-μεθα λέ-λυ-σθε λέ-λυ-νται ἐ-λε-λῡ΄-μην ἐ-λέ-λυ-σο ἐ-λέ-λυ-το ἐ-λε-λύ-μεθα ἐ-λέ-λυ-σθε ἐ-λέ-λυ-ντο (ἵνα) λελυμένος ὦ λελυμένος ᾖς λελυμένος ᾖ λελυμένοι ὦμεν λελυμένοι ἦτε λελυμένοι ὦσι(ν)
Τετελ. Μέλλων λε-λύ-σομαι ἢ λελυμένος ἔσομαι λε-λύ-σῃ (ἢ-σει) ἔσει λε-λύ-σεται » ἔσται λε-λυ-σόμεθα ἢ λελυμένοι ἐσόμεθα λε-λύ-σεσθε » ἔσεσθε λε-λύ-σονται » ἔσονται

* Ἀντὶ τῶν εἰς -η παλαιοτέρων τύπων τοῦ προσώπου τούτου συνηθέστεροι εἶναι ὁ εἰς - ει . Οὕτω δὲ κανονικῶς ἐκφέρονται διὰ τοῦ - ει τὰ δεύτερα ἐνικὰ του βούλομαι, οἴομαι καὶ ὄψομαι ( βούλει, οἴει, ὄψει ).

Εὐκτικὴ Προστακτικὴ Ἀπαρέμφατον Μετοχὴ
(εἴθε) λυ-οίμην λύ-οιο λύ-οιτο λυ-οίμεθα λύ-οισθε λύ-οιντο - λύ-ου λυ-έσθω - λύ-εσθε λυ-έσθων ἢ λυ-έσθωσαν λύ-εσθαι λυ-όμενος λυ-ομένη λυ-όμενον
(ὅτι) λυ-σοίμην λύ-σοιο λύ-σοιτο λυ-σοίμεθα λύ-σοισθε λύ-σοιντο λύ-σεσθαι λυ-σόμενος λυ-σομένη λυ-σόμενον
(εἴθε) λυ-σαίμην λύ-σαιο λύ-σαιτο λυ-σαίμεθα λύ-σαίσθε λύ-σαιντο - λῦ-σαι λυ-σάσθω - λύ-σασθε λυ-σάσθων ἢ λυ-σάσθωσαν λύ-σασθαι λυ-σάμενος λυ-σαμένη λυ-σάμενον
(εἴθε) λελυμένος εἴην λελυμένος εἴης λελυμένος εἴη λελυμένοι εἴημεν ἢ εἴμεν λελυμένοι εἴητε ἢ εἴτε λελυμένοι εἴησαν ἢ εἴεν - λέ-λυ-σο λε-λύ-σθω - λέ-λυ-σθε λε-λύ-σθων ἢ λε-λύ-σθωσαν λε-λύ-σθαι λε-λυ-μένος λε-λυ-μένη λε-λυ-μένον
λε-λύ-σοιμην ἢ λελυμένος ἐσοιμην λε-λύ-σοιο » ἔσοιο λε-λύ-σοιτο » ἔσοιτο λε-λυ-σοίμεθα ἢ λελυμένοι ἐσοίμεθα λε-λύ-σοισθε » ἔσοισθε λε-λύ-σοιντο » ἔσοιντο λε-λύ-σεσθαι ἢ λε-λυ-μένος ἔσεσθαι λε-λυ-σόμενος, -η, -ον, ἢ λελυμένος ἐσόμενος, -η, -ον λελυμένοι ἐσόμενοι, -αι, -α

* Οἱ εἰς - σθων τύποι εἶναι παλαιότεροι καὶ συνηθέστεροι.

§ 196. Παράδειγμα βαρυτόνου ῥήματος μέσης φωνῆς (§ 173, 2), παθητικὴς διαθέσεως (§ 171,3). Λύομαι = λύομαι ὑπὸ ἄλλου.

Ὁριστικὴ Χρόνοι ἀρκτικοὶ Ὁριστικὴ Χρόνοι παραγόμενοι Ὑποτακτικὴ
Ἐνεστὼς Παρατατικὸς λῡ΄-ομαι λύ-ῃ (ἢ λύ-ει) λύ-εται κτλ. ἐ-λῡ-όμην ἐ-λύ-ου ἐ-λύ-ετο κτλ (ἵνα) λύ-ωμαι λύ-ῃ λύ-ηται κτλ.

ὅπως τῆς μέσης διαθέσεως

Παθ. Μέλλων α΄ λῡ-θή-σομαι λυ-θή-σῃ (ἢ -σει) λυ-θή-σεται λυ-θή-σόμεθα λυ-θή-σεσθε λυ-θή-σονται
Παθητικὸς Ἀόριστος α΄ ἐ-λῡ΄-θην ἐ-λύθης ἐ-λύ-θη ἐ-λύ-θημεν ἐ-λύ-θητε ἐ-λύ-θησαν (ἵνά) λυ-θῶ λυ-θῇς λυ-θῇ λυ-θῶμεν λυ-θῆτε λυ-θῶσι
Παρακείμενος Ὑπερσυντέλικος λέ-λυ-μαι λέ-λυ-σαι λέ-λυ-ται κτλ. ἐ-λε-λύ-μην ἐ-λέ-λυ-σο ἐ-λέ-λυ-το κτλ. (ἵνα) λελυμένος ὦ ᾖς ᾖ κτλ.
Τετελ. Μέλλων λε-λύ-σομαι λε-λύ-σῃ (ἢ -σει) λε-λύ-σεται κτλ. ὅπως τῆς μέσης διαθέσεως

1. Οἱ τύποι οὗτοι προῆλθον διὰ συναιρέσεως ἐκ παλαιοτέρων τύπων λυ-θή-ω, λυ-θή-ῃς, λυ-θή-ῃ κτλ.

Εὐκτικὴ Προστακτικὴ Ἀπαρέμφατον Μετοχή
(εἴθε) λυ-οίμην λύ-οιο λύ-οιτο κτλ.* - λύ-ου λυ-έσθω κτλ.* λύ-εσθαι λυ-όμενος λυ-ομένη λυ-όμενον

*ὅπως τῆς μέσης διάθεσεως

(ὅτι) λυ-θη-σοίμην λυ-θή-σοιο λυ-θή-σοιτο λυ-θη-σοίμεθα λυ-θή-σοισθε λυ-θή-σοιντο .......... λυ-θή-σεσθαι λυ-θη-σόμενος λυ-θη-σομένη λυ-θη-σόμενον
(εἴθε) λυ-θείην λύ-θείης λύ-θείη λυ-θείημεν ἢ λυ-θεῖμεν λυ-θείητε ἢ λυ-θεῖτε λυ-θείησαν ἢ λυθεῖεν - λύ-θη-τι λυ-θή-τω - λύ-θη-τε λυ-θέ-ντων ἢ λυ-θή-τωσαν λύ-θῆ-ναι λυ-θεὶς (λυ-θέντος) λυ-θεῖσα (λυ-θείσης) λυ-θὲν (λυ-θέντος)

ὅπως τῆς μέσης διάθεσεως

λε-λυ-σοίμην λε-λύ-σοιο λε-λύ-σοιτο κτλ. ........... λε-λύ-σεσθαι λε-λυ-σόμενος, -η, -ον κτλ.

ὅπως τῆς μέσης διάθεσεως

2. ᾽Εκ τῶν τύπων λυ-θε-ίη-ν, λυ-θε-ίη-ς, λυ-θε-ίη-μεν ἢ λυ-θε-ῖ-μεν κτλ. (βλ. § 208).

3. Οἱ βραχύτεροι τύποι λυθεῖμεν, λυθεῖτε, λυθεῖεν εἶναι συνηθέστεροι τῶν μακροτέρων τύπων λυθείημεν, λυθείητε, λυθείησαν .

4. ᾽Εξ ἀρχικοῦ τύπου λύ-θη-θι (βλ. § 37, 7, Σημ.).

5. ᾽Εξ ἀρχικῶν τύπων λυθέ-ντ-ς, λυ-θέ-ντ-ια, λυ-θέ-ντ, (βλ. § 33, 5 καὶ § 36, 4, ε΄).

Γενικαὶ παρατηρήσεις

εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν χρόνων καὶ τῶν ἐγκλίσεων

§ 197. Τὰ ῥήματα μέσης καὶ παθητικῆς διαθέσεως (§ 171), ἤτοι τὰ μέσα καὶ τὰ παθητικὰ ῥήματα, ἔχουν πάντας τοὺς χρόνους κοινούς, ἐκτὸς τοῦ μέλλοντος καὶ τοῦ ἀορίστου: λύομαι (= λύω τὸν ἑαυτόν μου ἢ λύομαι ὑπὸ ἄλλου), ἐλυόμην, λέλυμαι, ἐλελύμην, λελύσομαι · ἀλλά: λύσομαι (= θὰ λύσω τὸν ἑαυτόν μου), λυθήσομαι (= θὰ λυθῶ ὑπὸ ἄλλου), ἐλυσάμην (= ἔλυσα τὸν ἑαυτόν μου), ἐλύθην (= ἐλύθην ὑπὸ ἄλλου).

§ 198. Αἱ καταλήξεις τοῦ μέλλοντος ἐν γένει (ἐνεργητικοῦ, μέσου, παθητικοῦ καὶ μονολεκτικοῦ τετελεσμένου) εἰς πάσας τὰς ἐγκλίσεις εἶναι αἱ ἴδιαι μὲ τὰς καταλήξεις τοῦ ἀντιστοίχου ἐνεστῶτος: λύσ-ω (λύ- ω ), λύσ-ομαι, λύθήσ-ομαι, λελύσ-ομαι (λύ- ομαι ). Ἀλλὰ

1) πρὸς σχηματισμὸν τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ τοῦ μέσου (ἁπλοῦ ἢ τετελεσμένου μονολεκτικοῦ) μέλλοντος προστίθεται εἰς τὸ θέμα πρὸ τῶν καταλήξεων ὁ χρονικὸς χαρακτὴρ αὐτοῦ σ : (λύ-ω) λύ-σ-ω , (λύ-ομαι) λύ-σ-ομαι, λελύ-σ-ομαι·

2) πρὸς σχηματισμὸν τοῦ παθητικοῦ μέλλοντος προστίθεται εἰς τὸ θέμα πρῶτον τὸ πρόσφυμα θη καὶ ἔπειτα ὁ χρονικὸς χαρακτὴρ σ πρὸ τῶν καταλήξεων: (λύ-ομαι) λυ - θή - σ - ομαι ..

§ 199. Χρονικὸν χαρακτῆρα σ ἐκτὸς τοῦ μέλλοντος ἔχει καὶ ὁ ἐνεργητικὸς καὶ μέσος ἀόριστος α΄: ἔλυ- σ -α, ἐλυ- σ -άμην .

§ 200. ῾Ο ἐνεργητικὸς παρακείμενος πλείστων ῥημάτων σχηματίζεται εἰς - κα , ὁ δὲ ὑπερσυντέλικος αὐτῶν εἰς - κειν , ἤτοι ὁ ἐνεργητικὸς παρακείμενος καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος τῶν φωνηεντολήκτων, τῶν ὀδοντικολήκτων καὶ τῶν ἐνρινολήκτων ἢ ὑγρολήκτων ῥημάτων ἔχει χρονικὸν χαρακτῆρα κ: (λύ-ω) λέλυ- κ -α, ἐλελύ- κ -ειν, (πείθω, θ. πειθ-) πέπει- κ , (φαίνω, θ. φαν-) πέφαγ- κ -α, (καθαίρω, θ. καθαρ-) κεκάθαρ- κ .

§ 201. Τὸ ο καὶ τὸ ε , ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀρχίζουν πᾶσαι σχεδὸν αἱ καταλήξεις τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ παρατατικοῦ, καθὼς καὶ τοῦ μέλλοντος ἐνεργητικοῦ καὶ μέσου ἢ παθητικοῦ εἰς πάσας τὰς ἐγκλίσεις, ἐκτὸς τῆς ὑποτακτικῆς, καὶ εἰς τὸ ἀπαρέμφατον καὶ τὴν μετοχήν, λέγονται θεματικὰ φωνήεντα τῶν ἐγκλίσεων τούτων.

Σημείωσις . Κανονικῶς τὸ μὲν θεματικὸν φωνῆεν ο ὑπάρχει πρὸ τοῦ μ ἢ τοῦ ν ἢ πρὸ φωνήεντος: λύ- ο-μεν , λύ- ο - νται , ἔλυ- ο-ν , λύ- ο-ιμεν˙ τὸ δὲ θεματι κὸν φωνῆεν ε ὑπάρχει πρὸ τοῦ στ : λύ- ε -σθε λύ- ε -ται .

Τύποι οἶοι λύουσι, λέγουσι κτλ. προῆλθον ἐκ παλαιοτέρων τύπων λύονσι,λέγονσι , οἱ ὁποῖοι πάλιν προῆλθον ἐξ ἀρχικῶν τύπων λύοντι , λέγοντι (βλ. § 32, 6 καὶ § 37, 5).

῾Ομοίως τύποι οἷος ὁ λύωσι προῆλθον ἐκ παλαιοτέρων λύωνσι - λύωντι (βλ, § 37, 5).

῾Ομοίως τύποι οἷοι λελύκᾶσι - γεγράφᾶσι κτλ. προῆλθον ἐκ παλαιοτέρων τύπων λελύκανσι - λελύκαντι, γεγράφανσι - γεγράφαντι (βλ. § 37, 5).

Τύποι δἐ οἷοι οἱ τοῦ β’ ἑνικοῦ τοῦ μέσου ἢ τοῦ παθητικοῦ ἐνεστῶτος κτλ. λύη (λύεσαι), λέγῃ (= λέγεσαι) κτλ. προῆλθον διὰ συναιρέσεως έκ παλαιοτέρων τύπων λύεαι, λέγεαι , οἱ ὁποῖοι πάλιν προῆλθον ἐξ ἀρχικῶν τύπων λύεσαι, λέγεσαι (βλ. § 33, 3 καὶ ὑποσημ.* τῆς σελ. 104 [ed.1949] p.100 [ed.rev] = 1st footnote under § 195).

῾Ομοίως τύποι οἷοι ἐλύον, ἐλέγου κτλ., ἐλύσω, ἐτάξω κττ. προῆλθον διὰ συναιρέσεως ἐκ παλαιοτέρων τύπων ἐλύ-εο, ἐλέγ-εο κτλ, ἐλύσ-αο , ἐτάξ-αο κτλ., οἱ ὁποῖοι πάλιν προῆλθον ἐξ ἀρχικῶν τύπων ἐλύ-εσο, ἐλέγ - εσο κττ., ἐλύσ-ασο, ἐτάξ-ασο κτλ. (βλ. § 33, 3).

῾Ομοίως προῆλθον τύποι τῆς εὐκτικῆς οἷοι λύοιο, παιδεύσαιο κττ. ἐξ ἀρχικῶν τύπων λύ-οισο, παιδεύ-σαισο κτλ. (βλ. § 33, 3).

῾Ομοίως προῆλθον τύποι τῆς προστακτικῆς λύου, παιδεύου κττ. ἐκ παλαιοτέρων τύπων λύ-εο, παιδεύ-εο κτλ., οἱ ὁποῖοι πάλιν προῆλθον ἐξ ἀρχικῶν τύπων λύ-εσο, παιδεύ-εσο κτλ. (βλ. § 33, 3).

Τοῦ δὲ ἐνεργητικοῦ ἀπαρεμφάτου τύποι οἷοι λύειν, λέγειν κτλ. προῆλθον διὰ συναιρέσεως ἐκ παλαιοτέρων τύπων λύ-ε-εν, λέγ-ε-εν κτλ. ἤτοι ἡ κατάληξις τοῦ ἐνεργητικοῦ ἀπαρεμφάτου - ειν προῆλθεν ἐκ τῆς - εεν .

§ 202. ῾Η ὑποτακτικὴ πάντων τῶν χρόνων καὶ τῆς ἐνεργητικῆς καὶ τῆς μέσης φωνῆς ἔχει θεματικὰ φωνήεντα ω καὶ η (ἀντίστοιχα πρὸς τὰ θεματικὰ φωνήεντα ο καὶ ε τῆς ὁριστικῆς) : λύ- ω -μεν ( λύ-ο-μεν ), λύ- η -σθε (λύ-ε-σθε).

§ 203. ῾Ο ἐνεργητικὸς καὶ μέσος ἀόριστος α΄ εἰς πάσας τὰς ἐγκλίσεις, πλὴν τῆς ὑποτακτικῆς, καὶ ὁ ἐνεργητικὸς παρακείμενος εἰς τὴν ὁριστικὴν ἔχουν θεματικὸν φωνῆεν α : ἐλύσ- α -μεν, ἐλύσ- α -ντο, λύσ- α -ιμεν, λύσ- α -σθε, λύσ- α -ιντο, λελύκ- α -μεν.

§ 204. ῾0 ἐνεργητικὸς ὑπερσυντέλικος εἰς τὴν ὁριστικὴν εἰς μὲν τὸν ἑνικὸν ἔχει θεματικὸν φωνῆεν ει , εἰς δὲ τὸν πληθυντικὸν (καὶ τὸν δυϊκὸν) ε : ἐλελύκ - ει - ν , ἐλελύκ- ει -μεν , ( ἐλελύκ- ε -τον, ἐλελυκ- -την ).

§ 205. 1) ῾Ο ἐνεργητικὸς παρακείμενος εἰς τὴν ὑποτακτικήν, τὴν εὐκτικὴν καὶ τὴν προστακτικὴν σπανίως σχηματίζεται μονολεκτικῶς ( λελύκω, λελύκοιμι, λελυκέτω )· συνηθέστερον σχηματίζεται περιφραστικῶς μὲ τὴν μετοχὴν αὐτοῦ καὶ τὰς ἀντιστοίχους ἐγκλίσεις τοῦ ἐνεστῶτος τοῦ ῥήματος εἰμί : λελυκὼς , λελυκὼς εἴην , λελυκὼς ἔστω .

2) ῾Ο μέσος παρακείμενος εἰς μὲν τὴν ὑποτακτικὴν καὶ τὴν εὐκτικὴν σχηματίζεται πάντοτε περιφραστικῶς, μὲ τὴν μετοχήν του καὶ τὰς ἀντιστοίχους ἐγκλίσεις τοῦ ἐνεστῶτος τοῦ ῥήματος εἰμὶ ( λελυμένος , λελυμένος εἴην ), εἰς δὲ τὴν προστακτικὴν σχηματίζεται καὶ μονολεκτικῶς καὶ περιφραστικῶς: λέλυσολελυμένος ἴσθι .

§ 206. Εἰς πάντας τοὺς τύπους τοῦ μέσου καὶ παθητικοῦ παρακειμένου καὶ ὑπερσυντελίκου, οἱ ὁποῖοι σχηματίζονται μονολεκτικῶς, δὲν ὑπάρχουν θεματικὰ φωνήεντα, αἱ δὲ καταλήξεις προστίθενται ἀμέσως εἰς τὸ θέμα αὐτοῦ: λέλυ-μαι, ἐλέλυ-ντο, λελύ-σθαι, λελυ-μένος.

§ 207. 1) Καὶ τοῦ παθητικοῦ ἀορίστου οἱ τύποι ἐν γένει σχηματίζονται χωρὶς θεματικὰ φωνήεντα, ἀλλὰ πρὸς σχηματισμὸν αὐτῶν προστίθεται εἰς τὸ θέμα πρὸ τῶν καταλήξεων τὸ πρόσφυμα θη , τὸ ὁποῖον πρὸ τοῦ (ἐγκλιτικοῦ) φωνήεντος ι καὶ πρὸ τοῦ ντ πάσχει συστολὴν καὶ γίνεται θε : ἐλύ- θη -ν, ἐλύ- θη -σαν, λυ- θε -ῖ-μεν, λυ- θέ -ντων (βλ. § 32, 6 καὶ § 198, 2).

2) Τὸ πρόσφυμα θη εἰς τὴν ὑποτακτικὴν τοῦ παθητικοῦ ἀορίστου συναιρεῖται μὲ τὰς καταλήξεις καὶ οὕτω προκύπτουν (φαινομενικαὶ) καταλήξεις, -θῶ, -θῇς, -θῇ κτλ. (βλ. § 196, ὑποσ.).

Σημείωσις . Καὶ τοῦ ἀπαρεμφάτου τοῦ παθητικοῦ ἀορίστου ἡ κατάληξις - θῆναι προῆλθε διὰ συναιρέσεως ἐκ τοῦ - θηέναι (λυ-θη-έναι) λυ-θῆναι .

§ 208. ῾Η εὐκτικὴ ἔχει ἐγκλιτικὰ φωνήεντα ιη ἢ ἁπλοῦν ι , τὰ ὁποῖα προστίθενται εἰς τὸ θέμα πρὸ τῶν καταλήξεων μετὰ τὸ θεματικὸν φωνῆεν (ὅπου ὑπάρχει τοιοῦτον φωνῆεν). Τὸ ἐγκλιτικὸν φωνῆεν ι συναιρεῖται μὲ τὸ προηγούμενον φωνῆεν τοῦ θέματος: λυ-θε-ίη-μεν, λυ-θε-ῖ-μεν, λύ-ο-ι-μεν, λύ-σα-ι-μεν, λύσ-α-ι-ντο.

ς΄) Ὁ δυϊκὸς ἀριθμὸς τῶν ῥημάτων

§ 209. Τοῦ δυϊκοῦ ἀριθμοῦ τῶν ῥημάτων ἐν γένει ἰδιαίτεραι καταλήξεις ὑπάρχουν μόνον διὰ τὸ β΄ καὶ τὸ γ΄ πρόσωπον, εἶναι δὲ αἱ ἑξῆς:

Ι. Τῆς ἐνεργητικῆς φωνῆς

α΄) τῆς ὁριστικῆς εἰς τοὺς ἀρκτικοὺς χρόνους καὶ τῆς ὑποτακτικῆς ἐν γένει (ἄνευ τοῦ θεματικοῦ φωνήεντος) -τον, -τον : λύ-ε- τον , λύ-ε- τον - λύσ-ε- τον , λύσ-ε- τον - λελύκ-α- τον , λελύκ-α- τον˙ λύ-η- τον , λύ-η- τον - λύσ-η- τον , λύσ-η- τον - (λελύκ-η- τον , λελύκ-η- τον )˙·

β΄) τῆς ὁριστικῆς εἰς τοὺς παραγομένους χρόνους καὶ τῆς εὐκτικῆς ἐν γένει (ἄνευ τοῦ θεματικοῦ ἢ καὶ τοῦ ἐγκλιτικοῦ φωνήεντος) - τον, -την : ἐλύ-ε- τον , ἐλυ-έ- την - ἐλύσ-α- τον , ἐλυσ-ά- την - ἐλελύκ-ε- τον , ἐλελυκ-έ- την λύ-οι- τον , λυ-οί- την - λύσ-οι- τον , λυσ-οί- την - λύσ-αι- τον , λυσ-αί- την - (λελύκ-οι- τον , λελυκ-οί- την

γ΄) τῆς προστακτικῆς ἐν γένει (ἄνευ τοῦ θεματικοῦ φωνήεντος) - τον, -των : λύ-ε- τον , λυ-έ- των - λύσ-α- τον , λυσ-ά- των - (λελύκ-ε- τον , λελυκ-έ- των ).

ΙΙ. Τῆς μέσης φωνῆς (ἐξαιρέσει τοῦ παθητικοῦ ἀορίστου)

α΄) τῆς ὁριστικῆς εἰς τοὺς ἀρκτικοὺς χρόνους καὶ τῆς ὑποτακτικῆς ἐν γένει (ἄνευ τοῦ θεματικοῦ φωνήεντος) -σθον, -σθον : λύ-ε- σθον , λύ-ε- σθον - λύσ-ε- σθον , λύσ-ε- σθον - λυθήσ-ε- σθον , λυθήσ-ε- σθον - λέλυ- σθον , λέλυ- σθον - λελύσ-ε- σθον , λελύσ-ε- σθον - λύ-η- σθον ,λύ-η- σθον - λύσ-η- σθον , λύσ-η- σθον·

β΄) τῆς ὁριστικῆς εἰς τοὺς παραγομένους χρόνους καὶ τῆς εὐκτικῆς ἐν γένει (ἄνευ τοῦ θεματικοῦ ἢ καὶ τοῦ ἐγκλιτικοῦ φωνήεντος) - σθον , - σθην: ἐλύ-ε- σθον , ἐλυ-έ- σθην - ἐλύσ-α- σθον , ἐλυ-σ-ά- σθην - ἐλέ- λυ- σθον , ἐλελύ - σθην λύ-οι - σθον , λυ-οί - σθην - λύσ-οι - σθον , λυσ-οί - σθην - λύσ-αι- σθον , λυσ-αί- σθην - λυθήσ-οι- σθον , λυθησ-οί- σθην·

γ΄) τῆς προστακτικῆς ἐν γένει (ἄνευ τοῦ θεματικοῦ φωνήεντος) - σθον, -σθων : λύ-ε- σθον , λυ-έ- σθον - λύσ-α- σθων , λυσ-ά- σθων - λέλυ- σθον , λελύ- σθων .

Σημείωσις . Τοῦ δυϊκοῦ τοῦ παθητικοῦ ἀορίστου ἐν γένει καταλήξεις εἶναι αἱ τοῦ δυϊκοῦ τῶν ἀντιστοίχων ἐγκλίσεων τοῦ ἐνεργητικοῦ ἀορίστου (ἄνευ τοῦ θεματικοῦ φωνήεντος): ἐλύθη-τον, ἐλυθή-την - λυθῆ- τον , λυθῆ- τον - λυ-θείη- τον ἢ λιθεῖ- τον , λυθειή- την ἢ λυθεί- την - λύθη- τον , λυθή- των .

ζ΄) Σχηματισμὸς τῶν χρόνων τῶν ἀφωνολήκτων ῥημάτων

α΄) ᾽Ενεστὼς καὶ παρατατικὸς

§ 210. Τῶν ἀφωνολήκτων ῥημάτων ὀλίγα σχηματίζουν τὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικὸν ἀπὸ τὸ ῥηματικὸν θέμα ἀμετάβλητον, ὡς ἄγ-ω, ᾄδ-ω, ἀλείφ-ω, ἀμείβ-ω, ἄρχ-ω, βλέπ-ω, γράφ-ω, διώκ-ω, ἔχ-ω, πείθ-ω, τρέπ-ω, φεύγ-ω, ψεύδ-ω κτλ.

Τὰ πλεῖστα δὲ τῶν ἀφωνολήκτων ῥημάτων σχηματίζουν τὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικὸν ἀπὸ τὸ ῥηματικὸν θέμα μετασχηματισμένον, ἤτοι

1) τὰ χειλικόληκτα ἀφωνόληκτα ῥήματα πρὸς σχηματισμὸν τοῦ θέματος τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ παρατατικοῦ προσλαμβάνουν εἰς τὸ ῥηματικόν των θέμα τὸ πρόσφυμα τ καὶ οὕτω λήγουν εἰς - πτω : (θ. κοπ-) κόπ-τ-ω , (θ. βλάβ-, βλάβ-τ-ω) βλάπτω , (θ. κρυφ-, κρύφ-τ-ω) κρύπτω (βλ. § 37, 1).

2) τὰ οὐρανικόληκτα καὶ τὰ ὁδοντικόληκτα πρὸς σχηματισμὸν τοῦ θέματος τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ παρατατικοῦ προσλαμβάνουν εἰς τὸ ῥηματικόν των θέμα τὸ πρόσφυμα j ( § 1 , σημ.) καὶ οὕτω

α΄) τὰ οὐρανικόληκτα καὶ ἐκ τῶν ὀδοντικολήκτων ὅσα ἔχουν χαρακτῆρα θτ λήγουν εἰς τὸν ἐνεστῶτα εἰς - ττω ἢ - σσω , Π. χ.

(θ. φυλακ-, φυλάκ-jω) φυλάττω ἢ φυλάσσω

(θ. ἀλλαγ-, ἀλλάγ-jω) ἀλλάττω ἢ ἀλλάσσω

(θ. ταραχ-, ταράχ-jω) ταράττω ἢ ταράσσω

(θ. ἁρμοτ-, ἁρμότ-jω) ἁρμόττω ἢ ἁρμόσσω

(θ. πυρετ-, πυρέτ-jω) πυρέττω ἢ πυρέσσω (βλ. § 36, 4, γ΄)·

β΄) τῶν ὀδοντικολήκτων ὅσα ἔχουν χαρακτῆρα δ λήγουν εἰς τὸν ἐνεστῶτα εἰς -ζω. Π. χ.

(θ. ἐλπιδ-, ἐλπίδ-jω) ἐλπίζω

(θ. ὄδ-, ὄδjω) ὄζω

(θ. παιδ-, παίδ-jω) παίζω

Σημείωσις . ᾽Ενεστῶτα εἱς -ζω, σχηματίζουν, καὶ μερικὰ ρήματα οὐρανικόληκτα, τὰ ὁποῖα σημαίνουν συνήθως ἦχον. Π.χ.

(θ. οἰμωγ-, οἰμώγ-jω) οἰμώζω

(θ. στεναγ-, στενάγ-jω) στενάζω

(θ. ἀλαλαγ-, ἀλαλάγ-jω) ἀλαλάζω

(θ. κραγ-, κράγ-jω) κράζω

(θ. ὀλολυγ-, ὀλολύγ-jω) ὀλολύζω.

β΄) Οἱ ἄλλοι χρόνοι

§ 211. Τῶν ὁδοντικολήκτων ῥημάτων

1) ὁ μέλλων ὁ ἐνεργητικὸς λήγει εἰς - σω καὶ ὁ μέσος εἰς - σομαι , ὁ ἀόριστος α΄ ὁ ἐνεργητικὸς λήγει εἰς - σα καὶ ὁ μέσος εἰς - σάμην , ὅπως καὶ τῶν φωνηεντολήκτων ῥημάτων: (θ. πειθ-) πεί-σω (ἐκ τοῦ πείθ-σω), πεί-σομαι (ἐκ τοῦ πείθ-σομαι) - (θ. σπενδ-) σπεί-σω (ἐκ τοῦ σπένδ-σω), σπεί-σομαι (ἐκ τοῦ σπένδ-σομαι) - (θ. γυμναδ-) ἐγύμνα-σα (ἐκ τοῦ ἐγύμναδ-σα), ἐγυμνα-σάμην (ἐκ τοῦ ἐγυμναδ-σάμην) (βλ. § 198 κ. ἑ.).

Ἀλλὰ τὰ ὑπερδισύλλαβα ὀδοντικόληκτα εἰς - ίζω , ὅσα ἔχουν χαρακτῆρα δ , σχηματίζουν τὸν ἐνεργητικὸν καὶ μέσον μέλλοντα χωρὶς τὸν χρονικὸν χαρακτῆρα σ εἰς - ιῶ, -ιοῦμαι (κατὰ τὰ εἰς - έω συνῃρημένα ῥήματα). Οὕτω κτίζω -κτίσω, σχίζω - σχίσω, ἀλλὰ κομίζω (θ. κομιδ-), κομιῶ (κομιεῖς, κομιεῖ), κομιοῦμαι (κομιεῖ, κομιεῖται) .

Σημείωσις . Μέλλοντα ἄσιγμον συνῃρημένον κατα τὰ εἰς -άω συνῃρημένα ῥήματα ἔχει καὶ τὸ ῥῆμα βιβάζω : βιβῶ, βιβᾷς, βιβᾷ κτλ.

2) ὁ ἐνεργητικὸς παρακείμενος λήγει εἰς - κα καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος εἰς - κειν : (θ. κομιδ-), κεκόμι - κα , ἐκεκομί- κειν (βλ. § 200

3) ὁ παθητικὸς μέλλων α΄ λήγει εἰς - σθήσομαι καὶ ὁ παθητικὸς ἀόριστος α΄ εἰς - σθην : (θ. ψευδ-) ψευσθήσομαι (ἐκ τοῦ ψευδ-σθή-σομαι), ἐψεύσθην (ἐκ τοῦ ἐψεύδ-σθην) - (θ. ἁρμοτ-) ἡρμόσθην (ἐκ τοῦ ἡρμότ-θη) (βλ. § 37, 4)·

4) ὁ μέσος παρακείμενος λήγει εἰς - σμαι καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος εἰς - σμην : (θ. πειθ-) πέπεισμαι (ἐκ τοῦ πέπειθ-μαι), ἐπεπείσμην (ἐκ τοῦ ἐπεπείθ-μην) - (θ. κομιδ-) κεκόμισμαι (ἐκ τοῦ κεκόμιδ-μαι), ἐκεκομίσθην (ἐκ τοῦ ἐκεκομίδ-μην).

§ 212. Τῶν οὐρανικολήκτων ῥημάτων

1) ὁ μέλλων ὁ ἐνεργητικὸς λήγει εἰς - ξω καὶ ὁ μέσος εἰς - ξομαι , ὁ ἀόριστος α΄ ὁ ἐνεργητικὸς εἰς - ξα καὶ ὁ μέσος εἰς - ξάμην : (θ. φυλακ-) φυλάξω, ἐφύλαξα (ἐκ τοῦ φυλάκ-σω, ἐφύλακ-σα) - (θ. ταγ-) τάξομαι , ἐταξάμην (ἐκ τοῦ τάγ-σομαι, ἐταγ-σάμην) (βλ. § 36, 1).

2) ὁ ἐνεργητικὸς παρακείμενος λήγει εἰς - χα καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος εἰς - χειν (ἤτοι εἰς τοὺς χρόνους τούτους ὁ οὐρανικὸς χαρακτὴρ τοῦ ῥηματικοῦ θέματος, ἐὰν εἶναι ψιλὸν ἢ μέσον, τρέπεται εἰς δασύ): (θ. κηρυκ-) κεκήρυχα, ἐκεκηρύχειν - (θ. ταγ-) τέταχα, ἐτετάχειν ·

3) ὁ παθητικὸς μέλλων α΄ λήγει εἰς - χθήσομαι καὶ ὁ παθητικὸς ἀόριστος α΄ εἰς - χθην : (θ. πλεκ-) πλεχθήσομαι, ἐπλέχθην (ἐκ τοῦ πλεκ-θήσομαι) - (θ. ἀγ-) ἀχθήσομαι, ἤχθην (ἐκ τοῦ ἀγ-θήσομαι κτλ.) (βλ. § 37, 1)·

4) ὁ μέσος παρακείμενος λήγει εἰς - γμαι καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος εἰς - γμην : (θ. πλεκ-) πέπλεγμαι , ἐπεπλέγμην (ἐκ τοῦ πέπλεκ-μαι, ἐπε-πλέκ-μην) - (θ. ταραχ-) τετάραγμαι, ἐτεταράγμην (ἐκ τοῦ τετά-ραχ-μαι, ἐτεταράχ-μην) (βλ. § 37, 2).

§ 213. Τῶν χειλικολήκτων ῥημάτων

1) ὁ μέλλων ὁ ἐνεργητικὸς λήγει εἰς - ψω καὶ ὁ μέσος εἰς - ψομαι , ὁ ἀόριστος α΄ ὁ ἐνεργητικὸς λήγει εἰς - ψα καὶ ὁ μέσος εἰς - ψάμην : (θ. κοπ-) κόψω, ἔκοψα (ἐκ τοῦ κόπ-σω, ἔκοπ-σα) - (θ. τριβ-) τρίψομαι, ἐτριψάμ ην (ἐκ τοῦ τρίβ-σομαι, ἐτριβ-σάμην) - (θ. γραφ-) γράψομαι, ἐγραψάμην (ἐκ τοῦ γράφ-σομαι, ἐγραφ-σάμην) (βλ. § 36, 2)·

2) ὁ ἐνεργητικὁς παρακείμενος λήγει εἰς - φα καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος εἰς - φειν (ἤτοι εἰς τοὺς χρόνους τούτους ὁ χειλικὸς χαρακτὴρ τοῦ ῥηματικοῦ θέματος, ἐὰν εἶναι ψιλὸν ἢ μέσον, τρέπεται εἰς δασύ): (θ. κοπ-) κέκοφα , ἐκεκόφειν - (θ. τριβ-) τέτριφα, ἐτετρίφειν (βλ. § 212, 2)˙

3) ὁ παθητικὸς μέλλων α΄ λήγει εἰς - φθήσομαι καὶ ὁ παθητικὸς ἀόριστος α΄ λήγει εἰς - φθην : (θ. πεμπ-) πεμφθήσομαι, ἐπέμφθην (ἐκ τοῦ πεμπ-θήσομαι, ἐπέμπ-θην) - (θ. καλυβ-) καλυφθήσομαι, ἐκαλύφθην (ἐκ τοῦ καλυβ-θήσομαι, ἐκαλύβ-θην) (βλ. § 37, 1)·

4) ὁ μέσος παρακείμενος λήγει εἰς - μμαι καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος εἰς - μμην : (θ. κοπ-) κέκομμαι, ἐκεκόμμην (ἐκ τοῦ κέκοπ-μαι κτλ.) - (θ. τριβ-) τέτριμμαι, ἐτετρίμμην (ἐκ τοῦ τέτριβ-μαι κτλ.) - (θ. γραφ-) γέγραμμαι , ἐγεγράμμην (ἐκ τοῦ γέγραφ-μαι κτλ.) (βλ. § 37, 3).

§ 214. ᾽Εκ τῶν ἀφωνολήκτων ῥημάτων

1) ὅσα ἔχουν πρὸ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ῥηματικοῦ θέματος ε , ἀντὶ τοῦ ε τούτου εἰς τὸν ἐνεργητικὸν παρακείμενον καὶ ὑπερσυντέλικον ἔχουν ο : κλέπτω , (θ. κλέπ-), κέκλοφα, ἐκεκλόφειν - τρέπω (θ. τρεπ-), τέτροφα , ἐτετρόφειν - φέρω (θ. ἐνεκ-), ἐνήνοχα, ἐνηνόχειν (βλ. § 190

2) τὰ ῥήματα στρέφω, τρέπω καὶ τρέφω εἰς τὸν μέσον παρακείμενον καὶ ὑπερσυντέλικον ἀντὶ τοῦ ε τοῦ ῥηματικοῦ θέματος ἔχουν α (βραχύ): (θ. στρεφ-) ἔστραμμαι, ἐστράμμην - (θ. τρεπ-) τέτραμμαι, ἐτετράμμην - (θ. θρεφ-) τέθραμμαι, ἐτεθράμμην .

§ 215. Παράδειγμα κλίσεως

μέσου παρακειμένου καὶ ὑπερσυντελίκου ἀφωνολήκτων ῥημάτων

Ὁριστικὴ Προστακτικὴ Ἀπαρέμφατον Μετοχὴ
ἔψευσ-μαι ἔψευ-σαι ἔψευσ-ται ἐψεύσ-μεθα ἔψευ-σθε ἐψευσμένοι εἰσὶ ἐψεύσ-μην ἔψευ-σο ἔψευσ-το ἐψεύσ-μεθα ἔψευ-σθε ἐψευσμένοι ἦσαν - ἔψευ-σο ἐψεύ-σθω - ἔψευ-σθε ἐψεύ-σθων ἐψεῦ-σθαι ἐψευσ-μένος ἐψευσ-μένη ἐψευσ-μένον
πέπραγ-μαι πἑπραξαι πέπρακ-ται πεπράγ-μεθα πέπραχ-θε πεπραγμένοι εἰσὶ ἐπεπράγ-μην ἐπέπραξο ἐπέπρακ-το ἐπεπράγ-μεθα ἐπέπραχ-θε πραγμένοι ἦσαν - πέπραξο πεπράχ-θω - πέπραχ-θε πεπράχ-θων πεπρᾶχ-θαι πεπραγ-μένος πεπραγ-μένη πεπραγ-μένον
γέγραμ-μαι γέγραψαι γέγραπ-ται γεγράμ-μεθα γέγραφ-θε γεγραμμἐνοι εἰσὶ ἐγεγράμ-μην ἐγέγραψο ἐγέγραπ-το ἐγεγράμ-μεθα ἐγέγραφ-θε γεγραμμένοι ἦσαν - γέγραψο γεγράφ-θω - γέγραφ-θε γεγράφ-θων γεγράφ-θαι γεγραμ-μένος γεγραμ-μένη γεγραμ-μένον

(Βλ. § 37 καὶ § 33, 5)

Σημείωσις . Συμφωνολήκτων ῥημάτων ἐν γένει μονολεκτίκοὶ τύποι τοῦ γ΄ πληθυντικοῦ προσώπου τοῦ μέσου παρακειμένου καὶ ὑπερσυντελίκου εἶναι σπανιώτατοι, ὡς τετάχαται (= τεταγμένοι εἰσί), γεγράφαται (= γεγραμμένοι εἰσί), ἐφθάραται (ἐφθαρμένοι εἰσί), ἐτετάχατο (= τεταγμένοι ἦσαν).

η΄) Σχηματισμὸς τῶν χρὸνων τῶν ἐνρινολήκτων καὶ ὑγρολήκτων ῥημάτων

α΄) ᾽Ενεστὼς καὶ παρατατικὸς

§ 216. Καὶ τῶν ἐνρινολήκτων καὶ ὑγρολήκτων ῥημάτων πολὺ ὀλίγα σχηματίζουν τὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικὸν ἀπὸ τὸ ῥηματικὸν θέμα ἀμετάβλητον, ὡς δέρ-ω, μέν-ω, νέμ-ω κτλ.

Τὰ πλεῖστα δὲ ἐνρινόληκτα καὶ ὑγρόληκτα ῥήμᾳτα σχηματίζουν τὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικὸν ἀπὸ τὸ ῥηματικὸν θέμα μετεσχηματισμένον, ἀφοῦ εἰς αὐτὸ προσετέθη τὸ πρόσφυμα j. Οὕτω

1) τῶν ῥημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν χαρακτῆρα λ , τὸ ἐνεστωτικὸν θέμα ἔχει διπλασιασμένον τὸ λ :

(θ. βαλ-, βάλ-jω) βάλλω

(θ. ἀγγελ-, ἀγγέλ-jω) ἀγγέλλω (βλ. § 36, 4, α΄)·

2) τῶν ῥημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν χαρακτῆρα νρ , τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἀρχῆθεν ἔληγεν εἰς -αν, -αρ, -εν, -ερ, -ῐν, -ῐρ, ῠν, -ῠρ , μετεσχηματίσθη εἰς τὸν ἐνεστῶτα καὶ λήγει εἰς -αιν, -αιρ, -ειν , -ειρ, -ῑν, -ῑρ, -ῡν, -ῡρ˙

(θ. ὑφαν-, ὑφάν-jω) ὑφαίνω

(θ. καθαρ-, καθάρ-jω) καθαίρω

(θ. κτεν-, κτέν-jω) κτείνω

(θ. σπερ-, σπέρ-jω) σπείρω

(θ. κρῐν-, κρῐ΄ν-jω) κρῑ΄νω

(θ. οἰκτῐρ-, οἰκτῐ΄ρ-jω) οἰκτῑ΄ρω

(θ. πλῠν-, πλῠ΄ν-jω) πλῡ΄νω

(θ. σῠρ-, σῠ΄ρ-jω) σῡ΄ρω (βλ. § 35 καὶ § 36, 4, β΄).

Σημείωσις . Τὸ ῥῆμα ὁφείλω προῆλθεν ἐκ παλαιοτέρου τύπου ὀφέλλω , ὁ ὸποῖος πάλιν προῆλθεν ἐξ ἀρχικοῦ τύπου ὀφέλνω (πρβλ. § 36, 3).

β΄) Οἱ ἄλλοι χρόνοι

§ 217. Τῶν ἐνρινολήκτων καὶ ὑγρολήκτων ῥημάτων

1) ὁ ἐνεργητικὸς καὶ ὁ μέσος μέλλων σχηματίζεται χωρὶς τὸν χρονικὸν χαρακτῆρα σ (συνῃρημένος) εἰς -ῶ, -οῦμαι (ἤτοι κατὰ τὰ εἰς - έω συνῃρημένα ῥήματα):

νέμω (θ. νεμ- νεμέω) νεμῶ (νεμέομαι) νεμοῦμαι

μένω (θ. μεν- μενέω) μενῶ

ἀγγέλλω (θ. ἀγγελ- ἀγγελέω) ἀγγελῶ

καθαίρω (θ. καθαρ- καθαρέω) καθαρῶ

κτείνω (θ. κτεν- κτενέω) κτενῶ

2) ὁ ἐνεργητικὸς καὶ ὁ μέσος ἀόριστος α΄ σχηματίζονται χωρὶς τὸν χρονικὸν χαρακτῆρα σ εἰς - α , - άμην , μὲ ἐκτεταμένον τὸ πρὸ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ῥηματικοῦ θέματος βραχὺ φωνῆεν, ἤτοι μὲ ἔκτασιν τοῦ εἰς η (ἢ κατόπιν ειρ εἰς ᾱ), τοῦ ε εἰς ει , τοῦ εἰς :

ὑφαίνω (θ. ὑφᾰν-) ὕφην-α ὑφην-άμην

λεαίνω (θ. λεᾰν-) ἐλέᾱν-α (λεᾶναι)

μιαίνω (θ. μιᾰν-) ἐμίᾶ-να (μιᾶναι)

μαραίνω (θ. μαρᾰν-) ἐμάρᾱν-α (μαρόναι)

καθαίρω (θ. καθᾰρ-) ἐκάθηρ-α ἐκαθηρ-άμην

ἀγγέλλω (θ. ἀγγελ-) ἤγγειλ-α ἠγγειλ-άμην

νέμω (θ. νέμ-) ἔνειμ-α ἐνειμ-άμην

μένω (θ. μεν-) ἔμειν-α

κρίνω (θ. κρῐν-) ἔκρῑν-α (κρῖναι)

ἀμύνω (θ. ἀμῠν-) ἤμῡν-α (ἀμῦναι)

Σημείωσις 1. Οἱ τύπο῾ οὗτοι προῆλθον ἐκ παλαιοτέρων ὕφαν-σα , ὕφαννα - ἐκάθαρ-σα, ἐκάθαρρα - ἦγγελ-σα, ἥγγελλα - ἔκριν-σα, ἔκριννα κτλ. (βλ. § 36, 3).

Σημείωσις 2. ῎Εχουν ἀντὶ η εἰς τὸν ένεργητικὸν καὶ μέσον ἀόριστον α΄ προσέτι τὰ ῥήματα αἴρω, ἅλλομαι, κερδαίνω καὶ κοιλαίνω , ἂν καὶ τοῦ α δέν προηγῆται εἰς τὸ θέμα αὐτῶν (ἀρ-, ἀλ-, κερδαν, κοιλαν-) ειρ : ἧρα (ὑποτ. ῎ᾱρω , εὐκτ. ῎ᾶρα-ιμι , προστ, ἆρον , ἀπρφ. ἆραι κτλ.), ἡλάμην (ὑποτ. ῞ᾱλωμαι , εὐκτ. ῾ᾱλαίμην κτλ.), ἐκέρδᾶνα (ἀπρφ. κερδᾶναι κτλ.), ἐκοίλᾶνα (ἀπρφ. κοιλᾶναι ).

Εἰς τὴν ὁριστικὴν ἔχουν η ἀντὶ οἱ ἀόριστοι ἧρα καὶ ἡλάμην ἕνεκα τῆς αὐξήσεως (βλ. § 185, 2, Σημ. α΄).

3) ὁ ἐνεργητικὸς παρακείμενος σχηματίζεται εἰς - κα καὶ ὁ ἐνεργητικὸς ὑπερσυντέλικος εἰς - κειν (§ 200):

φαίνω (θ. φαν-) πέφαγ-κα (§ 37, 6, α΄)

ἀγγέλλω (θ. ἀγγελ-) ἤγγελ-κα ἠγγέλ-κειν

4) ὁ παθητικὸς μέλλων α΄ καὶ ὁ παθητικὸς ἀόριστος α΄ σχηματίζονται κανονικῶς εἰς -θήσομαι , -θην : μιαίνομαι (θ. μιαν-), μιαν-θή-σομαι ἐμιάν-θην - ἀγγέλλομαι (θ. ἀγγελ-), ἀγγελ-θήσομαι, ἠγγέλ-θην ·

5)ὁ μέσος παρακείμενος καὶ ὑπερσυντέλικος

α΄) τῶν ὑγρολήκτων ῥημάτων σχηματίζονται κανονικῶς εἰς - μαι , - μην : ἀγγέλλομαι (θ. ἀγγελ-), ἤγγελ-μαι, ἠγγέλ-μην - αἴρομαι (θ. ἀρ-), ἦρ-μαι, ἤρ-μην˙

β΄) τῶν ἐνρινολήκτων μὲ χαρακτῆρα ν σχηματίζονται ἄλλων μὲν (κανονικῶς) εἰς -μμαι, -μμην , ἄλλων δὲ εἰς -σμαι, -σμην : ὀξύνομαι (θ. ὀξυν-), ὤξυμμαι, ὠξύμμην - φαίνομαι (θ. φαν-), πέφασμαι , ἐπεφάσμην (βλ. § 37, 6, γ΄).

§ 218. Παράδειγμα ἐνεργητικοῦ καὶ μέσου μέλλοντος καὶ μέσου παρακειμένου καὶ ὑπερσυντελίκου ἐνρινολήκτων καὶ ὑγρολήκτων ῥημάτων (βλ. § 37, 6, γ΄)

᾽Οριστικὴ

Εὐκτικὴ

Απαρέμφατον

Μετοχὴ
νεμ-ῶ νεμ-εῖς νεμ-εῖ νμ-οῦμεν νεμ-εῖτε νεμ-οῦσι νεμ-οῖμι ἢ νεμ-οίην νεμ-οῖς ἢ νεμ-οίης νεμ-οῖ ἢ νεμ-οίη νεμ-οῖμεν νεμ-οῖτε νεμ-οῖεν νε-μεῖν νεμ-ῶν (νεμοῦντος) νεμ-οῦσα (νεμ-ούσης) νεμ-οῦν (νεμ-οῦντος)
νεμ-οῦμαι νεμ-εῖ (ἢ -ῇ) νεμ-εῖται νεμ-ούμεθα νεμ-εῖσθε νεμ-οῦνται νεμ-οίμην νεμ-οῖο νεμ-οῖτο νεμ-οίμεθα νεμ-οῖσθε νεμ-οῖντο νεμ-εῖσθαι νεμ-ούμενος νεμ-ουμένη νεμ-ούμενον
ἤγγελ-μαι ἤγγελ-σαι ἤγγελ-ται ἠγγέλ-μεθα ἤγγελ-θε ἠγγελ-μένοι εἰσὶ ἠγγέλ-μην ἤγγελ-σο ἤγγελ-το ἠγγέλ-μεθα ἤγγελ-θε ἠγγελ-μένοι ἦσαν - ἤγγελ-σο ἠγγέλ-θω - ἤγγελ-θε ἠγγέλ-θων ἠγγέλ-θαι ἠγγελ-μένος ἠγγελ-μένη ἠγγελ-μένον
ὤξυμ-μαι ὤξυν-σαι ὤξυν-ται ὠξύμ-μεθα ὤξυν-θε ὠξυμ-μένοι εἰσὶ ὠξύμ-μην ὤξυν-σο ὤξυν-το ὠξύμ-μεθα ὤξυν-θε ὠξυμ-μένοι ἦσαν - ὤξυν-σο ὠξύν-θω - ὤξυν-θε ὠξύν-θων ὠξύν-θαι ὠξυμ-μένος ὠξυμ-μένη ὠξυμ-μένον
πέφασ-μαι πέφαν-σαι πέφαν-ται πεφάσ-μεθα πέφαν-θε πεφασ-μένοι εἰσὶ ἐπεφάσ-μην ἐπέφαν-σο ἐπέφαν-το ἐπεφάσ-μεθα ἐπέφαν-θε πεφασ-μένοι ἦσαν - πέφαν-σο πεφάν-θω - πέφαν-θε πεφάν-θων πεφάν-θαι πεφασ-μένος πεφασ-μένη πεφασ-μένον

§ 219. Τὰ ἐνρινόληκτα ῥήματα κλίνω, κρίνω, πλύνω καὶ τείνω τὸν ἐνεργητικὸν καὶ μέσον παρακείμενον καὶ ὑπερσυντέλικον καὶ τὸν παθητικὸν μέλλοντα καὶ ἀόριστον α΄ τοὺς σχηματίζουν ἀπὸ τὸ ῥηματικὸν θέμα μετ’ ἀποβολὴν τοῦ χαρακτῆρος ν :

(θ. κλιν-) κέ-κλι-κα ἐκεκλί-κειν κλι-θήσομαι ἐκλί-θην

(θ. κριν-) κέ-κρι-κα ἐκεκρί-κειν κρι-θήσομαι ἐκρί-θην

(θ. πλυν-) πέ-πλυ-κα ἐπεπλύ-κειν πλυ-θήσομαι ἐπλύ-θην

(θ. τεν-,τα-) τέ-τα-κα ἐτετά-κειν τα-θήσομαι ἐτά-θην

§ 220. Τὰ ἐνρινόληκτα καὶ ὑγρόληκτα ῥήματα, ὅσα ἔχουν θέμα μονοσύλλαβον μὲ φωνῆεν ε , εἰς τὸν ἐνεργητικὸν παρακείμενον καὶ ὑπερσυντέλικον α΄ , εἰς τὸν μέσον παρακείμενον καὶ ὑπερσυντέλικον καὶ παθητικὸν μέλλοντα καὶ ἀόριστον α΄ ἢ β΄ ἀντὶ τοῦ φωνήεντος ε ἔχουν ᾰ (πρβλ. § 214, 2):

σπείρω (θ. σπερ-) ἔ-σπαρ-κα, ἐσπάρκειν, ἔσπαρμαι, ἐσπάρμην,

σπαρ-ήσομαι, ἐσπάρ-ην

στέλλω (θ. στελ-) ἔ-σταλ-κα, ἐστάλκειν, ἔσταλμαι, ἐστάλμην ,

σταλ-ήσομαι, ἐστάλ-ην

τεινω (θ. τετ-, τα-) τέ-τα-κα, ἐτετάκειν, τέταμαι, ἐτετάμην,

τα-θήσομαι, ἐτά-θην

φθείρω (θ. φθερ-) ἔ-φθαρ-κα, ἐφθάρκειν, ἔφθαρμαι, ἐφθάρμην,

φθαρ-ήσομαι, ἐφθάρ-ην.

θ΄) Δεύτεροι χρὸνοι τῶν ῥημάτων

§ 221. ῾Ο ἐνεργητικὸς ἀόριστος καὶ ὁ μέσος ἀόριστος πολλῶν ῥημάτων σχηματίζονται χωρὶς τὸν χρονικὸν χαρακτῆρα σ καὶ μὲ θεμα φωνῆεν οὐχὶ τὸ α , ἀλλὰ τὸ ο καὶ τὸ ε: ἔλαβ-ο-ν, ἐλαβ- -μην (βλ. § 199 καὶ § 201).

Ὁ τοιοῦτος ἀόριστος λέγεται ἐνεργητικὸς ἀόριστος δεύτερος ἢ μέσος ἀόριστος δεύτερος καὶ εἰς μὲν τὴν ὁριστικὴν ἔχει τὰς κα ταλήξεις τοῦ ἀντίστοιχου παρατατικοῦ ( ἔλαβ - ον , ἐλάμβαν - ον - ἐλαβ - όμην , ἐλαμβαν - όμην ), εἰς δὲ τὰς ἄλλας ἐγκλίσεις ἔχει τὰς καταλήξεις τοῦ ἀντιστοίχου ἐνεστῶτος.

Π. χ. ὁ ἐνεργητικὸς ἀόριστος β΄ τοῦ ῥ· βάλλω καὶ ὁ μέσος ἀόριστος β΄ τοῦ ρ. γίγνομαι κλίνονται ὡς ἑξῆς:

Ὁριστικὴ Ὑποτακτικὴ Εὐκτικὴ Προστακτικὴ Ἀπαρέμφατον Μετοχὴ
ἔβαλ-ον ἔβαλ-ες ἔβαλ-ε ἐβάλ-ομεν ἐβάλ-ετε ἔβαλ-ον βάλ-ω βάλ-ῃς βάλ-ῃ βάλ-ωμεν βάλ-ητε βάλ-ωσι βάλ-οιμι βάλ-οις βάλ-οι βάλ-οιμεν βάλ-οιτε βάλ-οιεν - βάλ-ε βαλ-έτω - βάλ-ετε βαλ-όντων βαλ-εῖν βαλὼν βαλοῦσα βαλ-ὁν
ἐγεν-όμην ἐγέν-ου ἐγέν-ετο ἐγεν-όμεθα ἐγέν-εσθε ἐγέν-οντο γἐν-ωμαι γέν-ῃ γέν-ηται γεν-ώμεθα γέν-ησθε γέν-ωνται γεν-οίμην γέν-οιο γέν-οιτο γεν-οίμεθα γέν-οισθε γέν-οιντο - γεν-οῦ γεν-έσθω -